
Χαράλαμπος Μωυσίδης
Βιογραφικό
Μια ζωή γραμμένη μέσα από εμπειρίες, αγώνες, σκέψεις και δημιουργία. Το βιογραφικό που ακολουθεί δεν είναι απλώς μια καταγραφή γεγονότων, αλλά ένα αφήγημα που αναδεικνύει τον δρόμο του συγγραφέα από τα παιδικά χρόνια μέχρι την ώριμη συγγραφική του πορεία.
Τα Πρώτα Χρόνια
Δεν ήξερα πώς να ξεκινήσω, μα όποιον δρόμο κι αν διαλέξω, είναι σίγουρο πως αυτό το γραπτό θα είναι κάτι περισσότερο από ένα απλό βιογραφικό. Η άποψή μου για τη ζωή είναι ότι τον καθοριστικότερο ρόλο στο πώς θα ζήσουμε τον έχει αυτό που ονομάζω «κοινωνικά δοσμένο πλαίσιο». Είναι ο καμβάς που μας έχουν φτιάξει και μέσα στον οποίο μας τοποθετούν να ζήσουμε. Το τι θα ζωγραφίσουμε πάνω σε αυτόν τον καμβά, πώς θα το κάνουμε ή ακόμα κι αν θα ζωγραφίσουμε καθόλου, εξαρτάται άμεσα από τον ίδιο τον καμβά. Γι’ αυτό και θα επιχειρήσω να καταγράψω, σαν πρόλογο, την ίδια μου τη ζωή· όχι μόνο για να μιλήσω για μένα, αλλά γιατί πιστεύω ότι όσα θα περιγράψω δεν είναι παρά μια σκιαγράφηση του γενικού και μέσου όρου πλαισίου μέσα στο οποίο μας έχουν βάλει να ζούμε. Τρίτη, 14 Σεπτεμβρίου 1965.
Μια μέρα που, όπως λένε οι πληροφορίες μου, ήταν καλή. Εκείνη τη μέρα μια οικογένεια έφερε στον κόσμο το πρώτο της παιδί, ένα αγόρι 5,3 κιλών. Οι γονείς ήταν ο Μωυσίδης Αθανάσιος και η Αλιμαντήρη Αντωνία–Κατίνα. Η μητέρα μου, γνωστή πάντα ως Καίτη, ποτέ δεν χρησιμοποίησε στην καθημερινότητα το «Αλιμαντήρη» ούτε την προσφώνηση «Αντωνία». Από τότε και μετά όλοι την αποκαλούσαν με το όνομα που ταυτίστηκε , με το επώνυμο του πατέρα: Μωυσίδου Καίτη. Αναφέρομαι στη γέννησή μου γιατί από εκεί ξεκινά ένα γεγονός που, όπως φάνηκε αργότερα, σημάδεψε βαθιά τη ζωή μου. Ο γιατρός που ανέλαβε τον τοκετό, είτε από λανθασμένη εκτίμηση είτε λόγω των αντιλήψεων της εποχής, επέλεξε να προχωρήσει σε φυσιολογικό τοκετό αντί για καισαρική – κάτι που τότε δεν ήταν εύκολη ή συνηθισμένη λύση. Το αποτέλεσμα ήταν ότι, εξαιτίας του μεγάλου βάρους του νεογνού, ενδέχεται να μου προξένησε εγκεφαλική βλάβη. Αν ήταν πράγματι έτσι, μόνο … ο Θεός το ξέρει. Στην πράξη, γύρω στα τρία μου χρόνια οι γονείς μου παρατήρησαν ότι έπαθα συχνά μικρές «αφαιρέσεις». Αυτό που ένιωθα εκείνες τις στιγμές ήταν ένα σκοτάδι με εκλάμψεις, σαν πτώση αστεριών. Η διάγνωση των γιατρών ήταν «petite mal», δηλαδή παιδική επιληψία. «Ασθένεια που πρέπει να μας απασχολήσει, όχι όμως να μας φοβίσει», είχε πει τότε στον πατέρα μου ο γιατρός Νικόλαος Δουρίδας. Η ειρωνεία της ζωής είναι ότι, πολλά χρόνια αργότερα, περίπου τριάντα πέντε χρόνια μετά, βρέθηκα κι εγώ ο ίδιος γονιός στο ιατρείο του ίδιου γιατρού και εκείνος μου επανέλαβε ακριβώς τα ίδια λόγια. Σαν μωρό δεν ήμουν από τα ήσυχα παιδιά, μάλλον το αντίθετο. Από όσα λένε οι «ειδικοί» –γονείς, συγγενείς, φίλοι– ήμουν κλαψιάρικο, αρρωστιάρικο και ανήσυχο, βασανιστής άθελά μου για τους δικούς μου ανθρώπους. Δεν υπήρξε παιδική ασθένεια που να μην την πέρασα βαριά. Συνήθως τις κολλούσα από την αδελφή μου. Ναι, υπήρχε κι αδελφούλα· δεκαπέντε μήνες μετά τη γέννησή μου γεννήθηκε εκείνη. Το όνομά της: Βηθλεέμ. Το όνομα ξύπναγε μνήμες σε όλους από την πλευρά του πατέρα, αφού Βηθλεέμ έλεγαν τη μητέρα του, τη γιαγιά μας.
Η γιαγιά Βηθλεέμ υπήρξε συνδετικός κρίκος για όλο το σόι. Σε εκείνα τα χρόνια το «σόι» δεν ήταν τρεισήμισι άνθρωποι, όπως σήμερα δείχνουν οι στατιστικές, αλλά δέκα και δεκαπέντε φορές περισσότεροι. Η ίδια είχε τελειώσει το σχολαρχείο στη Σοβιετική Ένωση, και μέσα στη φτώχεια, στους πολέμους και στους ξεριζωμούς, είχε μάθει γράμματα σε πολλούς φίλους, γείτονες και συγγενείς – ανάμεσά τους και τον σύζυγό της, τον παππού Χαράλαμπο. Στην αυλή της βρήκαν απάγκιο παιδιά και οικογένειες πέρα από τη δική της. Το πρόωρο φευγιό της άφησε μόνο πίκρα. Οι ρίζες τους βρίσκονταν στον Πόντο. Η γιαγιά και ο παππούς γεννήθηκαν στην Τραπεζούντα, γύρω στο 1902–1903. Εκείνη από πλούσια οικογένεια –ο πατέρας της κατασκευαστής και έμπορος κάρων, που σήμερα θα λέγαμε αυτοκινητοβιομήχανος– εκείνος από φτωχή οικογένεια, μεροκαματιάρης. Τους χώριζαν ταξικές διαφορές, τους ένωνε όμως μεγάλη αγάπη. Έτσι, «κλέφτηκαν» καβάλα σε άλογο και ξεκίνησαν τη ζωή τους μαζί. Η ιστορία τους δεν θα μπορούσε να μείνει έξω από τη μεγάλη ιστορία. Σφαγές, ξεριζωμοί, η γενοκτονία των Ποντίων και η Μικρασιατική Καταστροφή τους ανάγκασαν να φύγουν. Πρώτα στη Ρωσία, στο Κρασνοντάρ. Από εκεί, κάπου ανάμεσα στο 1929 και το 1930, με τρία παιδιά στην αγκαλιά, επέστρεψαν με όνειρα στην «πατρίδα», εγκαταστάθηκαν προσωρινά στη Νάουσα της Μακεδονίας. Αλλά και εκεί η παραμονή τους δεν κράτησε για πάντα. Γύρω στο 1947, μέσα στον εμφύλιο σπαραγμό, αναγκάστηκαν να ξεριζωθούν ξανά.
Ο παππούς, αρτεργάτης στο επάγγελμα και πρόεδρος των Αρτεργατών , πολύ καλός Φίλος , του πρόεδρου του σωματείου εργατών κ. Βουτυρά , βρέθηκε μάρτυρας της εν ψυχρώ εκτέλεσης του φίλου του , Γιώργου Βουτυρά, γνωστού κομμουνιστή και προέδρου του Εργατικού Κέντρου. Ο δολοφόνος ήταν αστυνομικός, κατσιαμπλιάς, που εκτέλεσε εντολή. Ο παππούς δέχτηκε πίεση: είτε θα έλεγε στο δικαστήριο «δεν ξέρω, δεν είδα τίποτα», είτε έπρεπε να φύγει. Εκείνος επέλεξε να πει την αλήθεια. Κατέθεσε, κι αμέσως μετά αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την πόλη. Με φορτηγό κατέβηκε στον Πειραιά, βρήκε δουλειά σε φούρνο στα Ταμπούρια και σπίτι στην οδό Πατρών 45 στη Νίκαια. Από εκεί ξεκίνησε ο νέος ξεριζωμός όλης της οικογένειας. Η εγκατάσταση στη Νίκαια σήμαινε αρχικά ένα νοικιασμένο σπίτι και έπειτα, με ξύλα από ξυλουργείο της γειτονιάς, μια παράγκα στην οδό Θερμοπυλών. Σε αυτήν τη φτωχική παράγκα, όπου συχνά κοιμόντουσαν δέκα και παραπάνω άτομα, δεν έλειπαν ποτέ τα γλέντια με ψωμί και ελιές, ούτε το ακορντεόν του πατέρα. Η γιαγιά Βηθλεέμ, ωστόσο, ποτέ δεν συνήθισε τη ζωή στην πόλη. Έλεγε πάντα «προσωρινά». Ένα μικρό εγκεφαλικό, αργότερα το δεύτερο και φονικό, την πήρε πρόωρα, γύρω στα 47 της, αφήνοντας πίσω έξι παιδιά και τον παππού. Ο χαμός της σημάδεψε το σόι. Η γέννηση όμως της νέας Βηθλεέμ, της αδελφής μου, ήρθε σαν συγκινητική συνέχεια της μνήμης. Από εκεί και μετά, η οικογένεια πάλευε να ξανασταθεί. Οι θείες και οι θείοι πήραν ο καθένας τον δρόμο τους – άλλοι στην εργασία, άλλοι στην εξορία λόγω φρονημάτων, άλλοι στην προσπάθεια να σπουδάσουν ή να βρουν επαγγελματικό πάτημα.
Ο πατέρας μου, αν και μπορούσε να γίνει γιατρός –είχε απολυτήριο εξατάξιου γυμνασίου με 19 και 8/13– δεν μπόρεσε να συνεχίσει.
Ο θάνατος της μητέρας του τον ανάγκασε να στραφεί αμέσως στην εργασία για να στηρίξει το σπίτι. Έγινε μηχανικός αυτοκινήτων, από τους πρώτους diesel μηχανικούς στην Ελλάδα, με άδεια αριθμό 59. Ήταν κορυφαίος στη δουλειά του, αθλητής στα σχολικά χρόνια, βραβευμένος ακόμη και από τη βασίλισσα Φρειδερίκη – γεγονός που αργότερα το ανέφερε αστειευόμενος για να πειράξει τις ιδεολογικές μου απόψεις.
Η μητέρα μου, από την άλλη, κουβαλούσε τη δική της πονεμένη ιστορία. Γεννημένη στην Κω, υιοθετήθηκε στα έξι της από θεία της στην Παλιά Κοκκινιά. Έμαθε ότι ήταν θετό παιδί μόλις την ημέρα του γάμου της, από τον ιερέα. Αγωνίστρια της καθημερινότητας, μοδίστρα εξαιρετική, που ποτέ δεν δούλεψε κανονικά γιατί ο πατέρας μου δεν το επέτρεψε –κάτι που αργότερα το παραδέχτηκε ως λάθος. Στάθηκε βράχος στην οικογένεια, φροντίζοντας όχι μόνο εμάς, αλλά και παππούδες, γιαγιάδες, αδέλφια και συγγενείς. Έφυγε άδικα, ύστερα από εγχείρηση στη σπονδυλική στήλη· όχι από την πάθησή της, αλλά από ενδονοσοκομειακή λοίμωξη. Έτσι μεγάλωνα. Κλαψιάρικο και βασανιστικό παιδί, με το βάρος των αφαιρέσεων και των φαρμάκων, με φόβο απέναντι στους άλλους, με αίσθημα κατωτερότητας. Αναζητούσα αγάπη – όχι από το σπίτι, εκεί υπήρχε μπόλικη, αλλά από τους φίλους, από τους συνομήλικους. Ήθελα να με αγαπούν, να με εκτιμούν, να με θεωρούν ίσο. Στα παιδικά χρόνια, αυτό ήταν το πιο σκληρό βάρος.
Παιδικά και Εφηβικά Χρόνια
Μεγάλωνα δύσκολα. Το πρόβλημα με τις αφαιρέσεις με σημάδευε. Δεν ξέρω αν φοβόμουν εγώ τον κόσμο ή ο κόσμος εμένα, αλλά μέσα μου κουβαλούσα μια βαθιά ανασφάλεια. Στα παιδικά, πρωτοσχολικά χρόνια ένιωθα κατώτερος από τους συνομήλικους. Όλοι μού φαίνονταν απλησίαστοι, ανώτεροι. Δεν ήθελα τον οίκτο τους, ήθελα την αγάπη τους. Στο σπίτι υπήρχε πολλή αγάπη· το πρόβλημα δεν ήταν εκεί. Την αναζητούσα όμως στους φίλους, σε εκείνους που ταυτόχρονα φοβόμουν και θαύμαζα. Η αλήθεια είναι ότι μέχρι να συμβεί ένα γεγονός που άλλαξε την ψυχολογία μου, έτρωγα πολύ ξύλο στο σχολείο.
Οι συμμαθητές, ιδίως όταν έπαθα αφαιρέσεις, δεν λυπήθηκαν να με χτυπούν. Η σφαλιάρα έπεφτε σύννεφο. Γι’ αυτό κι οι γονείς μου με άλλαξαν τρία σχολεία: νηπιαγωγείο και πρώτη τάξη στο ιδιωτικό της Κατρανίδου, δεύτερη έως τετάρτη στο 18ο Δημοτικό Πειραιά, πέμπτη και έκτη στο 5ο της Αγίας Σοφίας. Ήταν σκληρά χρόνια, όχι γιατί ήμουν απομονωμένος – έκανα φίλους, είχα παρέες – αλλά γιατί ψυχολογικά δεν ένιωθα ποτέ τη φιλία όπως θα έπρεπε. Μου έλειπε η εμπιστοσύνη στον εαυτό μου· δεν σεβόμουν τον εαυτό μου. Ένιωθα τελευταίος της γης.
Κι επειδή τα έπαιρνα όλα προσωπικά, ακόμη και το πιο μικρό πείραγμα, ένιωθα ότι γκρεμιζόταν η αγάπη που ζητούσα. Όλα όμως αλλάζουν ξαφνικά, και μάλιστα από ένα μικρό επεισόδιο. Ήμασταν σε μια πλατεία της Παλιάς Κοκκινιάς – εμείς τη λέγαμε «κηπάκι». Εκεί παίζαμε όλα τα αθλήματα, εκεί περνούσαμε τις ώρες μας. Ήμουν με δύο φίλους, τον Νικόλα Τρικοίλη και τον Βαγγέλη Βαρδάκο. Ο Νικόλας συνήθιζε να με σφαλιαρίζει με κάθε ευκαιρία, κι εγώ το δεχόμουν. Τότε ο Βαγγέλης γύρισε και μου είπε: «Μα καλά, γιατί τον ανέχεσαι; Μια χαψιά μπορείς να τον κάνεις». Την ίδια στιγμή ο Νικόλας σηκώθηκε να με χτυπήσει ξανά. Τον έπιασα κεφαλοκλείδωμα, του έβαλα τρικλοποδιά και τον έριξα κάτω φαρδύ–πλατύ. Αυτό ήταν. Από τότε τίποτα δεν ήταν το ίδιο. Μπορεί να φαίνεται ανούσιο ή μικρό, αλλά για μένα ήταν το πιο καθοριστικό γεγονός της παιδικής μου ηλικίας. Ήταν η στιγμή που έσπασε το αίσθημα κατωτερότητας. Από εκεί και πέρα, άρχισα να μιλώ διαφορετικά σε φίλους, συγγενείς, γονείς. Είχα πλέον άποψη, ασκούσα κριτική, δεν δεχόμουν τίποτα αμάσητο. Δεν ήμουν απλώς αμφισβητίας· έθετα ερωτήματα, ζητούσα απαντήσεις. Στα 12 μου χρόνια άλλαξα ψυχολογία· στα 13 μπήκαν στη ζωή μου το τσιγάρο, το ποτό και –ο πιο σημαντικός– ο Καρλ Μαρξ. Ήταν οι αρχές της δευτέρας γυμνασίου. Με τον φίλο μου τον Δημήτρη Παπασταθάκοπουλο αγοράζαμε τσιγάρα χύμα από το περίπτερο στην πλατεία της Αγίας Σωτήρας. Παίρναμε συνήθως πέντε ο καθένας – τα πιο φτηνά: Άσσος Παπαστράτου με άσπρο φίλτρο ή Καρέλια. Τα πρώτα τα καπνίζαμε στην «γαλαρία», πίσω–πίσω στην παράταξη πριν την προσευχή. Τα υπόλοιπα τα καπνίζαμε στου Σαπόρτα, ένα χωράφι με χόρτα και στάχυα πάνω από τις γραμμές του τρένου, όπου κρυβόμασταν για να μη μας βλέπουν. Μερικές φορές, μαστουρωμένοι από τους μπάφους, καθόμασταν σε μια μικρή σήραγγα· όταν περνούσε το τρένο, μας ακουμπούσε σχεδόν. Το τσιγάρο έγινε σημείο αναφοράς στη ζωή μου. Στα 16 και κάτι, η πρώτη μου δουλειά ήταν στο εργοστάσιο του Παπαστράτου. Ήμουν ήδη καπνιστής· εκεί έγινα «σούπερ καπνιστής»: πέντε πακέτα την ημέρα Marlboro, χωρίς να μετράω τα «τσάμπα» που κάπνιζα στο εργοστάσιο. Μαζί με αυτά ήρθαν και οι συνέπειες: ενεργός σπηλαιώδης φυματίωση στα 28, άσθμα στα 32, ΧΑΠ στα 40. Κανείς δεν μπορεί να πει ότι το τσιγάρο δεν έπαιξε ρόλο στη ζωή μου.
Κι όμως, το πιο σημαντικό δεν ήταν ότι το άρχισα· ήταν ότι μπόρεσα να το κόψω. Ειλικρινά, ποτέ δεν το γούσταρα. Από την πρώτη ρουφηξιά ως το ξύπνημα της άλλης μέρας με τον καμένο λαιμό, το τσιγάρο μου ήταν αηδία. Έψαχνα τη γεύση που έλεγαν οι άλλοι – μετά το φαγητό, με τον καφέ, μετά το σεξ. Μπούρδες. Φωτιά μέσα σου και τίποτα άλλο. Παρ’ όλα αυτά, το κάπνισα δεκαετίες. Αν με ρωτήσεις, ίσως στα παιδικά μου χρόνια να είχα μέσα μου έναν μαζοχισμό· πώς αλλιώς να εξηγηθεί ότι ένα παιδί με επιληψία και φάρμακα, έπινε ό,τι έπινε και κάπνιζε ό,τι μπορούσε να καπνιστεί; Και δεν έκοψα το τσιγάρο νωρίτερα, γιατί στα 13 γνώρισα το ποτό. Αυτό, σε αντίθεση με το τσιγάρο, το γούσταρα. Μετά το όγδοο ποτήρι, όταν το υγρό κυλάει στον λαιμό και σε δροσίζει, μόνο το τσιγάρο μπορούσε να το συνοδεύσει και να με κρατάει έστω οριακά στην πραγματικότητα. Αργότερα, σε μια συνέντευξη για τηλεπαιχνίδι, με ρώτησαν ποια θεωρώ τη μεγαλύτερη μου επιτυχία. Απάντησα: «Που έκοψα ποτό και τσιγάρο». Και το εννοώ.
Όσο για τις σχολικές μου γνώσεις, τελείωσα το Γυμνάσιο με 10 και 11/12. Μετά τον ΟΑΕΔ στην ειδικότητα «Μηχανοτεχνίτης Εφαρμοστής», με βαθμό 12 και 1/9. Ούτε λόγος για σπουδαία μόρφωση. Όμως σε έναν κόσμο άκρατου καπιταλισμού, όπου πρέπει να είσαι θηρίο για να επιβιώσεις, εγώ είχα την τύχη να γνωρίσω τον Καρλ Μαρξ.
Το πρώτο βιβλίο που έπεσε στα χέρια μου ήταν η μπροσούρα «Μισθός και Κεφάλαιο». Δύσκολα τα κατάφερα, μα για πρώτη φορά διάβαζα με αγάπη. Ο Μαρξισμός έχει λέξεις δικές του· χρειάζεται να μάθεις τη γλώσσα του. Έτσι έμαθα να διαβάζω μαζί με τα Μαρξιστικά βιβλία και λεξικά. Από τότε άρχισα να νιώθω ότι γίνομαι, με την ουσιαστική έννοια, επιστήμονας. Γιατί ο Μαρξισμός δεν ήταν για μένα επάγγελμα, ούτε κομματική αντίληψη, ούτε διασκέδαση. Ήταν τρόπος ζωής, τρόπος σκέψης, και μέσα από αυτόν οικοδόμησα την ιδεολογικοπολιτική μου κουλτούρα.
Στρατός και Νεανική Ζωή
Ήρθε κι ο στρατός. Τότε επικρατούσε η «λογική» ότι ο στρατός κάνει καλό στον νέο, ότι τον ωριμάζει. Μπούρδες, σκέτες μπούρδες. Το μόνο που σίγουρα προσφέρει ο στρατός είναι να διδάσκει στον νέο την αποδοχή εντολών από ανωτέρους και την ανάγκη να έχεις πατρώνους για να επιβιώνεις. Τίποτα άλλο· χαμένα χρόνια, κλεμμένα χρόνια, κι αυτά μάλιστα πάνω στην καλύτερη ηλικία για μάθηση. Παρουσιάστηκα στο Ναύπλιο. Από εκεί στην Πάτρα για ειδικότητα οπλουργού πεζικού. Έντεκα μήνες στη Μυτιλήνη, στη Μόρια, και τέλος άλλους εννιά μήνες στη Σχολή Ευελπίδων στη Βάρη. Είκοσι ένας μήνες χαμένοι. Θα μπορούσα να γράψω δεκάδες περιστατικά που δείχνουν τη φασιστική κουλτούρα του στρατού, αλλά κρατώ ένα: κλεμμένα χρόνια. Αυτή είναι η ουσία. Σήμερα πιστεύω ότι ο σπουδαιότερος ρόλος στη διάπλαση του χαρακτήρα ενός ανθρώπου δεν τον έχει η οικογένεια, που άλλωστε είναι κι αυτή μέρος του συστήματος, αλλά το περιβάλλον, το κοινωνικό–πολιτικό και, κυρίως, το ιδεολογικό πλαίσιο. Όπως γράφει ο Μαρξ: «Οι ιδέες της κυρίαρχης τάξης είναι σε κάθε εποχή οι κυρίαρχες ιδέες. Με άλλα λόγια η τάξη που είναι κυρίαρχη υλική δύναμη της κοινωνίας είναι ταυτόχρονα η κυρίαρχη πνευματική δύναμη… Οι κυρίαρχες ιδέες δεν είναι τίποτα άλλο από την ιδεατή έκφραση των κυρίαρχων υλικών σχέσεων» (Μαρξ & Ένγκελς). Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, μεγάλο ρόλο παίζει και η επαγγελματική πορεία, γιατί είναι το σημείο όπου το σύστημα σε τοποθετεί για να το υπηρετείς. Έτσι, ξεκίνησε η δική μου επαγγελματική πορεία. Ήμουν 16 και μισό όταν βρέθηκα στο εργοστάσιο Παπαστράτος, μηχανοτεχνίτης–ηλεκτροσυγκολλητής.
Η γνωριμία του πατέρα μου με τους διευθυντές έπαιξε ρόλο· εκείνος, ως μηχανικός αυτοκινήτων, επισκεύαζε τα οχήματα της εταιρείας. Εγώ όμως βρέθηκα από νωρίς μπροστάρης στις απεργίες, κρατώντας πανό. Δεν άργησαν να με σημαδέψουν. Όπως είπε αργότερα ένας υποδιευθυντής στον πατέρα μου: «Τι περιμένεις, Θανάση, όταν βλέπεις δεκαεξάχρονο παιδί να κρατάει πανό στις απεργίες; Πώς να στηριχτεί η εταιρεία σε αυτόν;». Σαν να μην έφτανε αυτό, ήρθε κι η αρρώστια. Σπηλαιώδης φυματίωση. Έλειψα εννέα μήνες. Όταν γύρισα, διαπίστωσα ότι οι συνάδελφοι δεν ήξεραν τίποτα για την κατάστασή μου. Υπήρχε πλήρης απόκρυψη, με αποτέλεσμα να με θεωρούν τεμπέλη και λουφαδόρο. Θυμάμαι τον προϊστάμενό μου, όταν ζήτησα άδεια: «Σώπα ρε, θες και άδεια; Εννιά μήνες που σου έδωσε ο κολλητός σου γιατρός δεν φτάνουν;». Χρόνια αργότερα, συνταξιούχος πια, με συνάντησε τυχαία σε σούπερ μάρκετ στην Κερατέα, βουρκωμένος, και μου ζήτησε συγγνώμη.
Μα το κλίμα είχε ήδη χαλάσει. Τα τελευταία τρία–τέσσερα χρόνια πριν φύγω, δεν μου ανέθεταν καν δουλειά. Περιπλανιόμουν στους χώρους, βοηθούσα όποιον συνάδελφο ήθελε. Η μέθοδος της απαξίωσης. Κι όταν ρώτησα τον διευθυντή γιατί με αξιολογούν στη χαμηλότερη βαθμίδα, ενώ δεν μου αναθέτουν έργο, μου απάντησε: «Μπάμπη, στο παρελθόν έγιναν κάποια πράγματα, κι από δω και πέρα, με την εν γένει συμπεριφορά σου, δεν σου έχουμε εμπιστοσύνη». Πότε πρόλαβα, από μαθητευόμενος στα 16 έως τα 18 που έφυγα για τον στρατό, να γίνω άτομο «μη εμπιστοσύνης»; Η αλήθεια ήταν απλή: το πολιτικό μου φρόνημα και η αρρώστια μου με είχαν ήδη καταδικάσει. Όλα αυτά τελείωσαν με την αποχώρησή μου. Μου έδωσαν εθελούσια έξοδο, αντί για 350.000 δραχμές πήρα δύο εκατομμύρια και με έβαλαν και στο ταμείο ανεργίας. Είχα όμως χάσει την εργασία μου, και αυτό θα με ταλαιπωρούσε για πολλά χρόνια ακόμη. Εκεί, στο εργοστάσιο, ήταν και η πρώτη μου επαφή με τον συνδικαλισμό. Συγκλονιστικές εμπειρίες. Θυμάμαι συνεργασίες παρατάξεων ΠΑΣΟΚ και ΝΔ για να πάρουν το σωματείο από την πλειοψηφία του ΚΚΕ. Θυμάμαι εργοδοσία να στηρίζει συνδικαλιστές δικούς της. Θυμάμαι πριμ και μπόνους που δόθηκαν τότε, την ώρα που περνούσαν αλλαγές καταστροφικές για τους εργάτες: άρση ορίων απολύσεων, κατάργηση ειδικοτήτων, αντικατάσταση συμβάσεων αορίστου με ορισμένου χρόνου, άνοιγμα εθελούσιων απολύσεων. Από πολύ νωρίς κατάλαβα ότι το βασικό για τον εργαζόμενο δεν είναι «πόσα φράγκα παίρνει», αλλά ποια θέση έχει μέσα στη συνολική ταξική μάχη.
Κι έτσι ξεκίνησε η περιπλάνηση. Μετά τον Παπαστράτο βρέθηκα στον χώρο της ιδιωτικής ασφάλισης. Εκεί ήταν άλλη σχολή: «ελεύθεροι επαγγελματίες», λέει· στην πράξη δεμένοι στο άρμα της κάθε εταιρείας. Καμία εργασιακή εξασφάλιση, μόνο ποσοστά επί των πωλήσεων, μόνο δανεικές χρηματοδοτήσεις που άφηναν τον νέο χρεωμένο. Είδα ανθρώπους να μπαίνουν άνεργοι και να βγαίνουν χρεωμένοι. Είδα την πλήρη έλλειψη εκπαίδευσης· οι περισσότεροι ήταν πρώην εργάτες, καθαρίστριες, συνταξιούχοι αστυνομικοί. Είδα συνεστιάσεις σε Hilton και Intercontinental, είδα μεγάλους τζίρους, μα και το αληθινό πρόσωπο του συστήματος. Και θυμάμαι ακόμη την τελευταία μου διευθύντρια. Όταν της ανακοίνωσα ότι σταματώ, μου είπε: «Μοιραία αυτή θα ήταν η κατάληξή σου. Είσαι κλασικός τεμπέλης και λουφαδόρος».
Έτσι πέρασαν τα χρόνια. Στα 32 μου, χωρίς σταθερή εργασία, με την οικογένεια και τους συγγενείς να ψιθυρίζουν κι αυτοί μήπως είμαι τεμπέλαρος. Κι εγώ, με λίγα χρήματα από μια επένδυση και με δάνειο οικογενειακού ακινήτου, άνοιξα μανάβικο στην Κοκκινιά. Εγκαίνια, αγιασμός, ελπίδα. Για μια διετία πήγαινε καλά· ώσπου άνοιξε σούπερ μάρκετ Γαλαξίας και λαϊκή αγορά δίπλα. Οι εισπράξεις κατρακύλησαν.
Κι εκεί γνώρισα το άλλο πρόσωπο του καπιταλισμού: τις πιστωτικές κάρτες. Είπα στον εαυτό μου: «Εντάξει, παίρνουν 19–21% τόκο, αλλά εσύ πουλάς με 20–30% περιθώριο. Δεν πληρώνεις ενοίκιο. Θα τα φέρεις βόλτα». Δεν τα έφερα. Κάθε μέρα χωνόμουν πιο βαθιά. Όταν πετάς προϊόντα, πετάς το 100%.
Επαγγελματική Διαδρομή
Το μανάβικο ξεκίνησε με όνειρα. Ιδιόκτητος χώρος στο ισόγειο του τριώροφου οικογενειακού μας σπιτιού: στον πρώτο όροφο η αδελφή μου με τον άντρα και τα παιδιά της, στον δεύτερο εγώ με τη γυναίκα και τα τέσσερα παιδιά μας, στον τρίτο οι γονείς μου. Σκεφτήκαμε: χωρίς ενοίκιο, με μετρητά για το εμπόρευμα, με πελατεία γειτονιάς, θα πάει. Και πράγματι, την πρώτη διετία πήγαινε.
Δουλεύαμε 15–17 ώρες τις καθημερινές, 12–13 τα Σάββατα. Οι τζίροι έφταναν τις 50.000 δραχμές τις καθημερινές και 130.000 τα Σάββατα. Κουραστικό, αλλά προχωρούσε. Ώσπου άνοιξε σούπερ μάρκετ Γαλαξίας και, λίγους μήνες μετά, λαϊκή αγορά κάθε Τετάρτη, μόλις 500 μέτρα πιο πέρα. Αυτό ήταν. Οι εισπράξεις κατρακύλησαν: πρώτα στις 15–45.000, έπειτα 1.500–11.500. Το μαγαζί πνίγηκε. Και τότε μπήκα στον φαύλο κύκλο των πιστωτικών καρτών. Ήξερα τον ληστρικό τους τρόπο· όμως έκανα τη σκέψη: «Εντάξει, ο τόκος είναι 20%, αλλά το περιθώριό σου είναι 30%. Θα αντέξεις». Δεν άντεξα. Γιατί όταν πετάς προϊόν, πετάς το 100%. Τα χρέη άρχισαν να στοιβάζονται. Από την καθημερινότητα του «πλούσιου» παιδιού που ποτέ δεν του έλειψε τίποτα μέχρι τα 30 του, βρέθηκα ξαφνικά να κυνηγάω το μεροκάματο με άδειες τσέπες.
Η πτώση ήταν απότομη, μα ήταν αληθινή. Έπρεπε να ξαναβρώ τρόπο να σταθώ όρθιος. Έτσι, ξανά στη μισθωτή εργασία. Δούλεψα όπου έβρισκα: σε σούπερ μάρκετ, σε αποθήκες, σε δουλειές του ποδαριού. Γνώρισα την επισφάλεια στην πιο ωμή της μορφή. Όλες οι υποσχέσεις για «προοπτική» και «ανέλιξη» δεν ήταν παρά καραμέλες της εποχής, φτιαγμένες για να γλυκαίνουν την εκμετάλλευση.
Όπως έλεγε ο Μαρξ, οι ιδέες της κυρίαρχης τάξης είναι οι ιδέες που υπηρετούν τα συμφέροντά της· έτσι και στον εργασιακό χώρο, όλα ήταν δομημένα για να υποτάσσουν τον εργαζόμενο, να τον κάνουν να βλέπει το προσωρινό ως μόνιμο και το μόνιμο ως προνόμιο. Μέσα σε αυτό το κλίμα, μπήκα βαθύτερα στον συνδικαλισμό. Είχα ήδη εμπειρίες από τον Παπαστράτο· τώρα έβλεπα από κοντά το πώς λειτουργεί το κεφάλαιο σε μικρότερη κλίμακα, με μικρότερα αφεντικά αλλά ίδιες λογικές. Εκβιασμοί, παραπληροφόρηση, η εργοδοσία να έχει τους «ανθρώπους της» μέσα στα σωματεία. Στις συνελεύσεις έβλεπες τον ίδιο μηχανισμό: η εργοδοτική γραμμή να βαφτίζεται «ρεαλισμός» και η διεκδίκηση να χαρακτηρίζεται «ουτοπία». Κι όμως, όσο περισσότερο βίωνα αυτά, τόσο περισσότερο δυνάμωνε μέσα μου η Μαρξική ματιά. Δεν έβλεπα μόνο το δικό μου δράμα· έβλεπα το κοινό δράμα χιλιάδων εργαζομένων.
Το «κοινωνικά δοσμένο πλαίσιο», που από παιδί το ένιωθα σαν καμβά που άλλοι μου επέβαλαν, τώρα γινόταν συνείδηση ταξική. Δεν ήμουν μόνος· ήμασταν πολλοί. Η οικογένεια ήταν πάντα εκεί, στο κέντρο όλων. Τέσσερα ανήλικα παιδιά· η ευθύνη τεράστια. Η μάνα τους, συνοδοιπόρος και στήριγμα, κράτησε όρθιο το σπίτι σε στιγμές που εγώ τσακιζόμουν από την καθημερινή φθορά. Εκεί που το μεροκάματο δεν έφτανε, εκεί που η απελπισία χτυπούσε την πόρτα, εκεί που οι λογαριασμοί στοιβάζονταν, η οικογένεια γινόταν το καταφύγιο και το κίνητρο. Θυμάμαι μια στιγμή που σημάδεψε τη συνδικαλιστική μου πορεία. Συμμετείχα στο Δ.Σ. της Ένωσης Γονέων και Κηδεμόνων του
Δ΄ Διαμερίσματος Πειραιά. Συζητούσαμε για συμμετοχή στις κινητοποιήσεις της Ομοσπονδίας για τα προβλήματα της παιδείας.
Μια συνάδελφος, μέλος του Δ.Σ., είπε ότι διαφωνεί με τη μονιμότητα των εργαζομένων. Την ρώτησα αν εννοεί μόνο στο Δημόσιο. Μου απάντησε: «Όχι, γενικά. Η μονιμότητα δημιουργεί τεμπέληδες». Η ατάκα αυτή ήταν για μένα σύνοψη όλης της προπαγάνδας που μας ταΐζει το κεφάλαιο και τα τσιράκια του: ότι ο εργαζόμενος φταίει για όλα, ότι το δικαίωμα στην ασφάλεια είναι πολυτέλεια, ότι η αστάθεια είναι φυσιολογική. Κι εγώ, με όλα όσα είχα ζήσει, ήξερα καλά την αλήθεια: δεν είναι οι εργαζόμενοι τεμπέληδες· το σύστημα τους κάνει αναλώσιμους. Δεν είναι η μονιμότητα που φέρνει τη λούφα· είναι η επισφάλεια που γεννάει τον φόβο και τη σιωπή. Σε κάθε βήμα, σε κάθε αλλαγή επαγγέλματος, ένιωθα ότι ζούσα το ίδιο μοτίβο: ο εργαζόμενος, είτε στον Παπαστράτο, είτε στην ιδιωτική ασφάλιση, είτε στο μανάβικο, είτε σε αποθήκη, δεν είναι παρά γρανάζι. Κι όσο πιο γρήγορα το καταλάβει, τόσο πιο γρήγορα θα μπορέσει να σπάσει τα δεσμά.
Η Αλυσίδα των Επαγγελμάτων και η Κατανόηση
Η ζωή μου, αν τη δω συνολικά, μοιάζει με μια αλυσίδα επαγγελμάτων, δουλειών και αλλαγών. Στον Παπαστράτο με σφράγισε η πρώτη επαφή με τη βιομηχανική εργασία, εκεί που κατάλαβα ότι δεν μετράς ως άνθρωπος αλλά ως παραγωγικότητα. Στην ιδιωτική ασφάλιση είδα το ψέμα του «ελεύθερου επαγγελματία», εκεί που είσαι πιο δεμένος απ’ ό,τι ο πιο σκληρά μισθωτός. Στο μανάβικο έζησα την αυταπάτη του μικροϊδιοκτήτη· ότι τάχα, επειδή δουλεύεις για τον εαυτό σου, είσαι αφεντικό. Μα η αλήθεια είναι ότι είσαι το πιο εύκολο θύμα:
χωρίς στήριξη, χωρίς προστασία, λεία για τις τράπεζες, για τα σούπερ μάρκετ, για τον κάθε μεγάλο που σε σαρώνει. Στις αποθήκες, στα σούπερ μάρκετ, στις δουλειές του ποδαριού έμαθα την επισφάλεια· εκεί που σε φωνάζουν για μια μέρα και δεν ξέρεις αν θα ’χεις και αύριο. Αν κάτι κρατάω από όλες αυτές τις εμπειρίες, είναι ότι το σύστημα, είτε σε έχει με μισθό, είτε με ποσοστά, είτε με μικρομάγαζο, σε θέλει πάντα δεμένο. Όπως κι αν το παίζουν, είτε εργοδότης είτε πελάτης, είτε κράτος είτε τράπεζα, όλοι ζητούν τον ιδρώτα σου και σου αφήνουν τα ψίχουλα. Και δεν είναι θέμα ατυχίας προσωπικής· είναι νόμος του καπιταλισμού. Όπως έγραψε ο Μαρξ: «Ο εργάτης είναι τόσο πιο φτωχός όσο περισσότερον πλούτο παράγει, όσο περισσότερον αυξάνει την παραγωγή του σε ισχύ και έκταση. Ο εργάτης γίνεται εμπόρευμα τόσο ευτελέστερο, όσο περισσότερα εμπορεύματα δημιουργεί» (Μαρξ, Οικονομικά και Φιλοσοφικά Χειρόγραφα). Αυτό το βίωσα στο πετσί μου· δεν ήταν θεωρία. Μα όλα αυτά δεν με έκαναν μόνο να υποφέρω· με έκαναν να σκέφτομαι. Και σκέφτομαι με τον τρόπο που με δίδαξε ο Μαρξισμός:
να βλέπω τη σχέση ατομικού και κοινωνικού. Το παιδί που έτρωγε σφαλιάρες επειδή είχε αφαιρέσεις και έψαχνε αγάπη στους φίλους, δεν είναι άσχετο με τον εργάτη που απολύεται επειδή κράτησε πανό· κι αυτός με τη σειρά του δεν είναι άσχετος με τον μικρομαγαζάτορα που τον τσάκισε το σούπερ μάρκετ· κι αυτός με τον μεροκαματιάρη που τον αφήνουν ξεκρέμαστο. Όλα είναι κρίκοι της ίδιας αλυσίδας: της εκμετάλλευσης. Αν με ρωτούσε κανείς ποιο είναι το βασικό μου βίωμα, δεν θα έλεγα «ο πόνος» ή «η αδικία». Θα έλεγα: η κατανόηση.
Η κατανόηση ότι δεν φταίει ο αδύναμος χαρακτήρας, ούτε η «κακή τύχη», ούτε η τεμπελιά, ούτε οι λάθος επιλογές. Φταίει το κοινωνικά δοσμένο πλαίσιο, ο καμβάς που σου φτιάχνουν άλλοι και σε βάζουν μέσα. Και το μόνο ερώτημα είναι: θα ζωγραφίσεις όπως σου λένε, θα αφήσεις τον καμβά άδειο ή θα τον σπάσεις και θα τον ξαναστήσεις εσύ;
Η δική μου απάντηση, μετά από δεκαετίες, είναι καθαρή: ο καμβάς πρέπει να σπάσει. Δεν υπάρχει άλλη λύση. Ο Μαρξισμός δεν είναι για μένα θεωρία που διάβασα· είναι τρόπος ζωής. Είναι η μόνη πυξίδα που μου έδωσε να καταλάβω γιατί το παιδί ένιωθε κατώτερο, γιατί ο εργάτης ένιωθε προδομένος, γιατί ο μικρομαγαζάτορας χρεοκόπησε, γιατί ο συνδικαλιστής λοιδορήθηκε. Γιατί όλα αυτά δεν είναι μεμονωμένα· είναι το ίδιο το σύστημα που τα γεννάει. Η οικογένεια στάθηκε το πιο μεγάλο μου σχολείο. Η μάνα μου, που έφυγε από ενδονοσοκομειακή λοίμωξη· ο πατέρας μου, που θυσίασε τα όνειρά του για να θρέψει αδέλφια και παιδιά· οι παππούδες πρόσφυγες, που έστηναν ξανά και ξανά παράγκες από την Τραπεζούντα μέχρι τη Νίκαια· όλα αυτά είναι το υλικό που κουβαλάω. Δεν είναι απλώς μνήμες· είναι ιστορία Τάξης.
Και πάνω τους πάτησα για να καταλάβω τον Μαρξ.
Σήμερα, αν με ρωτήσει κάποιος «τι βιογραφικό έχεις;»,
δεν θα απαριθμήσω εργοδότες, διευθυντές, συμβάσεις.
Το βιογραφικό μου είναι αυτό: γεννήθηκα σε έναν καμβά που μου επέβαλαν άλλοι, τον βίωσα μέχρι τέλους, τον κατάλαβα, τον έσπασα μέσα μου, κι έμεινα με την απόφαση ότι η ζωή που αξίζει είναι η ζωή που χτίζεται συλλογικά, χωρίς εκμετάλλευση. Όλα τα υπόλοιπα είναι προλόγοι. Κι αν κάποτε κάποιος εκδότης, κριτικός ή αναγνώστης θελήσει να δει σε τούτο το κείμενο λογοτεχνία, ας τη δει. Αν θελήσει να δει κοινωνιολογία, ας τη δει. Αν θελήσει φιλοσοφία, πάλι ας τη δει.
Εγώ το έγραψα για να πω την αλήθεια , που δεν είναι μονάχα δική μου· είναι η αλήθεια μιας ολόκληρης γενιάς που μεγάλωσε και πάλεψε μέσα στο ίδιο πλαίσιο. Γιατί, όπως έλεγε ο Λένιν, «η αλήθεια είναι πάντα επαναστατική».
Από τον Εργάτη στον Συγγραφέα
Η ζωή μου δεν γράφεται μόνο με μνήμες και βιώματα· γράφεται και με ημερομηνίες, με τίτλους, με καταγραφές που αποτυπώνουν τα βήματα, τις στάσεις, τις μάχες.
Γεννήθηκα στις 14 Σεπτεμβρίου 1965, στην Παλιά Κοκκινιά του Πειραιά. Πατέρας μου ήταν ο Αθανάσιος Μωυσίδης (1931–2012), μητέρα μου η Αντωνία–Κατίνα (1942–2015). Από το 1998 είμαι παντρεμένος με τη Μαρία Λαζάρου· μαζί αποκτήσαμε τέσσερα παιδιά, εκ των οποίων το ένα είναι ΑμεΑ. Αυτή η πραγματικότητα έγινε από μόνη της σχολείο ζωής, που δεν χρειάζεται πανεπιστήμια για να διδάξει ευθύνη και αγώνα. Στα γράμματα ξεκίνησα με το εξατάξιο γυμνάσιο, το τελείωσα το 1982 με βαθμό μέτριο, γιατί οι συνθήκες δεν ήταν ποτέ εύκολες. Αμέσως μετά πήγα στον ΟΑΕΔ (1982–1984) και βγήκα μηχανοτεχνίτης εφαρμοστής. Δεν ήταν επιλογή πολυτελείας· ήταν ο δρόμος που ανοίγονταν για τα παιδιά της εργατιάς. Το 1996 πήρα πιστοποίηση ηλεκτροσυγκολλητή Β΄ από το Δημόκριτο και βεβαίωση σπουδών στις σχολές Carierra σε μαθήματα marketing, διοίκησης και διαφήμισης. Το 2001–2002 πήρα δύο πτυχία από τον ΟΑΕΔ: τεχνικός καυστήρων υγρών καυσίμων και τεχνικός καυστήρων αερίων καυσίμων. Κι όταν ήρθε ο καιρός, στα 56 μου, ξαναγύρισα στο σχολείο:
Το 2021 τελείωσα το νυχτερινό ΕΠΑΛ στον τομέα Διοίκησης–Οικονομίας, έδωσα Πανελλαδικές και μπήκα στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών. Δεν είναι απλώς ένας τίτλος· είναι η επισφράγιση μιας διαδρομής που λέει πως ποτέ δεν είναι αργά να σταθείς μαθητής. Στο στρατό υπηρέτησα από τον Οκτώβριο του 1984 ως τον Αύγουστο του 1986, οπλουργός πεζικού, σε Ναύπλιο, Πάτρα, Μυτιλήνη και τέλος Αθήνα. Δυο χρόνια χαμένα, αλλά μέσα σε αυτά είδα πώς λειτουργεί το κράτος: διδάσκει υπακοή, όχι παιδεία· τσακίζει χρόνο, δεν χτίζει ανθρώπους. Η επαγγελματική μου ζωή ήταν περιπλάνηση, αλλά και μάθημα. Από το 1983 ως το 1993 εργάστηκα στον Παπαστράτο, μηχανοτεχνίτης εφαρμοστής–ηλεκτροσυγκολλητής. Δούλεψα συντήρηση μηχανών, επισκευές, ηλεκτροσυγκολλήσεις· , αλλά ,
πάνω από όλα δούλεψα συνδικαλιστικά. Συμμετείχα σε κάθε κινητοποίηση, στάθηκα με το ΔΗΣΕΚ του ΚΚΕ. Εκεί είδα πώς το κεφάλαιο επιβιώνει αλλάζοντας κανόνες: άρση ορίων απολύσεων, αλλαγές ειδικοτήτων, συμβάσεις ορισμένου χρόνου, εθελούσιες απολύσεις. Από το 1993 ως το 1997 δούλεψα στις ιδιωτικές ασφάλειες: Nationale-Nederlanden, Ασπίς Πρόνοια, Helvetia. Το φαινομενικά «ελεύθερο επάγγελμα» ήταν στην ουσία δεσμά χωρίς ασφάλεια. Έπρεπε να βγάλεις πελατολόγιο ή να πεινάσεις. Πάλεψα με συναδέλφους για να βελτιώσουμε συνθήκες, ενάντια στη μαύρη εργασία. Δεν ήταν εύκολο· ο κλάδος ήταν χωνευτήρι ανέργων, καθαριστριών, συνταξιούχων, χωρίς καμία στήριξη. Το 1997 τόλμησα το βήμα του μικροεπιχειρηματία: άνοιξα κατάστημα τροφίμων με είδη μαναβικής και μπακαλικής.
Στην αρχή πήγε καλά· μα σύντομα άνοιξε δίπλα Γαλαξίας και ήρθε λαϊκή. Το μαγαζί βούλιαξε, τα χρέη με έπνιξαν, οι πιστωτικές κάρτες έγιναν βρόχος. Έμαθα στο πετσί μου την αυταπάτη του μικρομάγαζου: δεν είσαι αφεντικό· είσαι εύκολο θήραμα. Από το 2001 ως το 2007 πέρασα από δουλειές επισφαλείς: τεχνικός καυστήρων με μικροεργολαβίες, αποθηκάριος σε My Market, πικαδόρος στον ΑΒ Βασιλόπουλο. Συμμετείχα στο σωματείο «Ήφαιστος» και παλέψαμε για δικαιώματα τεχνικών καυστήρων. Ήταν χρόνια φθοράς, αλλά και αγώνα. Το 2007 βρέθηκα μόνιμος υπάλληλος στον Δήμο Κερατσινίου–Δραπετσώνας. Ξεκίνησα εργάτης καθαριότητας ΥΕ, μετά φύλακας. Έμεινα εκεί ως το 2022, οπότε συνταξιοδοτήθηκα με σαράντα χρόνια δουλειάς, με σύνταξη που ξεκίνησε στα 720 ευρώ (+190), με προοπτική αύξησης με την εξαγορά πλασματικών ετών. Εκεί συμμετείχα και στον σύλλογο εργαζομένων, υποψήφιος με τα ψηφοδέλτια της ΔΑΣ–ΟΤΑ και του Ενωτικού. Η πολιτική μου διαδρομή είναι η άλλη όψη του ίδιου δρόμου. Από το 1985 ως το 1993 ήμουν στη Μαρξιστική Τάση «Ξεκίνημα», τότε στο ΠΑΣΟΚ. Από το 1993 ως το 2007 στο ΚΚΕ, με δράση σε εργατικούς αγώνες και σωματεία. Το 2007–2012 συμμετείχα στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ, στην ΚΟΕ, στον ΣΥΡΙΖΑ. Το 2012 ήμουν παρών στο ιδρυτικό συνέδριο της ΛΑΕ και εκλέχτηκα στην Κεντρική Επιτροπή του Αριστερού Ρεύματος. Αργότερα, συνειδητά, ξαναγύρισα και συμπορεύτηκα με το ΚΚΕ. Από το 2021, ως φοιτητής πλέον, συμμετέχω και στηρίζω την Πανσπουδαστική. Το 2019 κυκλοφόρησα το πρώτο μου βιβλίο, Δημοκρατία και Φασισμός, από τις εκδόσεις Φυλάτος. Δεν ήταν τυχαίο· ήταν το αποτέλεσμα δεκαετιών εμπειρίας, μελέτης, αγώνα. Ακολούθησαν και Ακολουθούν και άλλα έργα, όπου ο Μαρξισμός γίνεται το νήμα που δένει όλα τα κομμάτια: εργοστάσιο, μανάβικο, οικογένεια, Δήμος, Πανεπιστήμιο. Αυτό το ΣΤ΄ μέρος δεν είναι απλή καταγραφή· είναι ο σκελετός που κρατά όρθιο το σώμα της αφήγησης. Όπως οι ημερομηνίες δεν σβήνουν, έτσι και τα βιώματα δεν ξεθωριάζουν. Το ένα χρειάζεται το άλλο. Η μνήμη χωρίς τεκμήριο γίνεται θολή· το τεκμήριο χωρίς μνήμη γίνεται άψυχο. Μαζί φτιάχνουν αυτό που είμαι. Κι αν σήμερα κοιτάζω μπροστά, είναι γιατί δεν σταμάτησα ποτέ. Η ζωή μου δεν έκλεισε με τη σύνταξη· αντιθέτως, άνοιξε σε έναν νέο δρόμο: τον δρόμο του συγγραφέα. Πλέον πορεύομαι ως συγγραφέας του Διαλεκτικού Υλισμού, συνεχίζοντας όχι μόνο να μελετώ τον Μαρξ, τον Ένγκελς, τον Λένιν και τον Ιλιένκοφ, αλλά να χτίζω έργα που συνομιλούν μαζί τους και με την εποχή μας. Τα βιβλία μου δεν είναι απόδραση· είναι συνέχεια του αγώνα, μεταφορά της εμπειρίας και της θεωρίας σε λόγο που να μπορεί να σταθεί ως εργαλείο για τον άνθρωπο, την τάξη, την κοινωνία. Σε όλη αυτήν τη διαδρομή, η οικογένειά μου δεν ήταν θεατής· ήταν παρούσα, θεμέλιο και πηγή δύναμης. Η Μαρία στο πλάι μου, κι εκείνα τα τέσσερα παιδιά που μας έκαναν γονείς και μαχητές μαζί: ο Αθανάσιος, η Βασιλική, ο Γιάννης και ο Θεόκριτος. Τα ονόματά τους είναι γραμμένα όχι μόνο στο βιογραφικό μου· είναι γραμμένα στην ίδια την ψυχή μου, γιατί κάθε τους βήμα κουβαλάει το βάρος, τη χαρά και την ελπίδα μιας ζωής που δεν την έζησα μόνο για μένα, αλλά για όλους μας. Κι έτσι συνεχίζω: από εργάτης και συνδικαλιστής σε συγγραφέας του Διαλεκτικού Υλισμού, από πατέρας σε συνοδοιπόρος τεσσάρων νέων ζωών. Όχι με την αίσθηση ενός τέλους· αλλά με την αίσθηση μιας αρχής που μόλις τώρα ωριμάζει.
Αν κάποτε μου έλεγαν, όταν παιδί πάλευα με την επιληψία και τις αφαιρέσεις, ότι θα φτάσω να σταθώ συγγραφέας, θα γελούσα.
Αν με ρωτούσαν στα χρόνια που βυθιζόμουν στο ποτό, στα όρια του αλκοολισμού, θα έλεγα πως δεν υπάρχει δρόμος μπροστά.
Κι όμως, από επιληπτικός και στα όρια του αλκοολισμού έγινα συγγραφέας, πατέρας, αγωνιστής. Η ζωή μου δεν ήταν μια ευθεία, ήταν μάχη διαρκής. Και αν κάτι με κράτησε όρθιο,
ήταν η ανακάλυψη του Μαρξισμού· ότι η αλήθεια της ζωής δεν είναι στη μοιρολατρία, αλλά στη δυνατότητα να σπάσουμε τον καμβά που μας βάζουν και να χτίσουμε άλλον. Σήμερα προχωρώ ως συγγραφέας του Διαλεκτικού Υλισμού. Αυτό δεν είναι τίτλος, είναι ευθύνη· να μιλήσω με ακρίβεια, με αλήθεια, με πάθος. Να ενώσω τον προσωπικό μου δρόμο με τον δρόμο της τάξης. Γιατί η προσωπική ιστορία, όσο σκληρή κι αν είναι, δεν αποκτά αξία αν δεν γίνει κοινή.
Μωυσίδης Χαράλαμπος Συγγραφέας με Διαλεκτικοϋλιστική Ανάλυση, Μαρξική Κριτική και Πρόταση
Επίσημο Βιογραφικό Σημείωμα
Για όσους επιθυμούν μια πιο τυπική παρουσίαση της πορείας μου
Προσωπικά Στοιχεία .
- Ονοματεπώνυμο : Μωυσίδης Χαράλαμπος
- Ημερομηνία Γέννησης : 14 Σεπτεμβρίου 1965
- Τόπος Γέννησης : Παλιά Κοκκινιά, Πειραιάς
- Γονείς : Πατέρας: Αθανάσιος Μωυσίδης (1931-2012).
Μητέρα: Αντωνία Κατίνα (1942-2015).
Οικογενειακή Κατάσταση .
- Έγγαμος από το1998 με την Μαρία Λαζάρου .
- Πατέρας τεσσάρων παιδιών, εκ των οποίων το ένα είναι ΑΜΕΑ.
Εκπαίδευση .
- 1982 : Ολοκλήρωση σπουδών στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση (Γυμνάσιο).
- 1982-1984 : Επαγγελματική εκπαίδευση στον ΟΑΕΔ (Μηχανοτεχνίτης Εφαρμοστής).
- 1996 :Α)Πιστοποίηση από το κέντρο “Δημόκριτος” ως Ηλεκτροσυγκολλητής Β! . Β)Βεβαίωση Σπουδών σε Αρχές Marketing , Συμπεριφορά Καταναλωτή , Διοίκηση τμήματος Marketing , Έρευνα Αγοράς , Στρατηγική και Λήψη Αποφάσεων , Διαφήμιση , Δημόσιες Σχέσεις (Σχολές CARIERRA).
- 2001-2002 : Δύο πτυχία από τον ΟΑΕΔ:
- Τεχνικός Καυστήρων Υγρών Καυσίμων
- Τεχνικός Καυστήρων Αερίων Καυσίμων
- 2021 : Ολοκλήρωση Γ’ Λυκείου σε νυχτερινό ΕΠΑΛ(Τομέας Διοίκησης και Οικονομίας) και επιτυχία στις Πανελλαδικές Εξετάσεις.
- 2021-σήμερα : Σπουδές στο τμήμα Πολιτικών Επιστημών, ΕΚΠΑ.
Στρατιωτική Θητεία .
- Διάρκεια : Οκτώβριος 1984 – Αύγουστος 1986.
- Ρόλος : Οπλουργός Πεζικού.
- Τοποθεσίες Υπηρεσίας : Ναύπλιο – Πάτρα – Μυτιλήνη – Αθήνα.
Πολιτική Δράση .
- 1985-1993 : Μέλος της Μαρξιστικής Τάσης «Ξεκίνημα» τότε στο ΠΑΣΟΚ.
- 1993-2007 : Μέλος του ΚΚΕ, συμμετοχή σε εργατικούς αγώνες και συνδικαλιστικές δράσεις.
2006-2009 : Ενεργός συμμετοχή σε συλλόγους γονέων και κηδεμόνων, εκλεγμένος ως Πρόεδρος, Αντιπρόεδρος και μέλος. Συμμετοχή σε ενώσεις γονέων, ομοσπονδίες και την ΑΣΓΜΕ (Ανώτατη Συνομοσπονδία Γονέων Μαθητών Ελλάδας). Συντονισμός δράσεων για τη βελτίωση των συνθηκών εκπαίδευσης και την υποστήριξη μαθητών και οικογενειών.
- 2007-2012 : Ενασχόληση με την ΑΝΤΑΡΣΥΑ (συμμέτοχή στο 2ο Συνέδριο της) , καθώς και την ΚΟΕ, επίσης συμμετοχή στο ΣΥΡΙΖΑ του 2012.
- 2012-Σήμερα : Συμμετοχή στη Λαϊκή Ενότητα (Παρόν στο Ιδρυτικό της Συνέδριο). Εκλογή στην Κεντρική Επιτροπή του Αριστερού Ρεύματος. Συνειδητή επιστροφή και συμπόρευση με το ΚΚΕ.
- 2019 : Κυκλοφορία του πρώτου μου βιβλίου, Δημοκρατία και Φασισμός , Εκδόσεις Φυλάτος. Το έργο αναλύει τη σχέση μεταξύ Δημοκρατίας και Φασισμού μέσα από μια διαλεκτική και υλιστική προσέγγιση, φωτίζοντας τις κοινωνικές τους ρίζες και τις αντιφάσεις τους.
- 2021–Σήμερα : Συμμετοχή και Στήριξη στην και με την Πανσπουδαστική.
Επαγγελματική Εμπειρία .
1983-1993: Καπνοβιομηχανία Παπαστράτος
- Θέση: Μηχανοτεχνίτης Εφαρμοστής – Ηλεκτροσυγκολλητής
- Ρόλος και καθήκοντα : Εργασίες συντήρησης και επισκευής μηχανών, ηλεκτροσυγκολλήσεις, συμμετοχή σε βιομηχανικά έργα.
- Συνδικαλιστική Δράση : Συμμετοχή σε όλες τις κινητοποιήσεις και δράσεις υπέρ των εργατικών δικαιωμάτων, στήριξη του ΔΗΣΕΚ (ΚΚΕ).
1993-1997: Τομέας Ιδιωτικών Ασφαλειών
- Εταιρείες : Nationale-Nederlanden, Ασπίς Πρόνοια, Helvetia.
- Ρόλος και καθήκοντα : Ανάπτυξη πελατολογίου, προώθηση ασφαλιστικών – Χρηματοοικονομικών προϊόντων.
- Δράση : Αγώνας ενάντια στη μαύρη εργασία, προσπάθεια συντονισμού ομάδων για βελτίωση των εργασιακών συνθηκών.
1997-2001: Ιδιοκτήτης Καταστήματος Τροφίμων
- Επιχείρηση : Κατάστημα με είδη μαναβικής και μπακαλικής .
- Προκλήσεις : Ανταγωνισμός από μεγάλα σούπερ μάρκετ και λαϊκές αγορές, χρέη από την πτώχευση της επιχείρησης.
2001-2007: Διάφορες Θέσεις Εργασίας
- Θέσεις : Συντήρηση και επισκευή καυστήρων, τροφοδοσίες γραφείων και Ιδιωτών αλλά και αποθηκάριος (My Market), πικαδόρος (ΑΒ Βασιλόπουλος).
- Συνδικαλιστική δράση : Μέλος σωματείου “Ήφαιστος”, αγώνες για κατοχύρωση δικαιωμάτων τεχνικών καυστήρων.
2007-2022: Μόνιμος Υπάλληλος στο Δήμο Κερατσινίου-Δραπετσώνας
- Θέσεις : Εργάτης καθαριότητας (ΥΕ) και στη συνέχεια φύλακας.
- Δράση : Συμμετοχή στις διαδικασίες του συλλόγου εργαζομένων, υποψήφιος με τα ψηφοδέλτια της ΔΑΣ-ΟΤΑ και του Ενωτικού.
- Συνταξιοδότηση : Τόν 12/2022, με 40 χρόνια εργασίας και αρχική σύνταξη 750 ευρώ(+190) , που θα αυξηθεί μετά από ολοκλήρωση εξαγοράς πλασματικών ετών.