Το περιστατικό στον Βόλο, όπου ένας πατέρας οδηγήθηκε να καταθέσει μήνυση ενάντια στον ίδιο του τον γιο, επειδή εκείνος απειλούσε να σκοτώσει την οικογένεια, δεν είναι απλώς μια «οικογενειακή τραγωδία» όπως την παρουσιάζουν τα ΜΜΕ. Είναι μια αποκαλυπτική εικόνα της κοινωνικής σήψης, της κατάρρευσης της αστικής οικογένειας κάτω από την πίεση των ταξικών αντιφάσεων, της βίας που παράγει η ίδια η κοινωνία. Ο πατέρας μίλησε με τρόμο: «Ποιος μου λέει ότι δεν θα μας σφάξει όταν κοιμόμαστε;». Δεν είναι λόγια μόνο ενός απελπισμένου ανθρώπου· είναι κραυγή που δείχνει το πώς η βία ξεχειλίζει μέσα στον θεσμό που υποτίθεται προστατεύει, δηλαδή την οικογένεια. Από Μαρξική σκοπιά, η οικογένεια στον καπιταλισμό δεν είναι «ουδέτερος» θεσμός. Είναι ο μηχανισμός μέσα από τον οποίο αναπαράγεται η ταξική κοινωνία. Ο Ένγκελς στο έργο του Η καταγωγή της οικογένειας, της ατομικής ιδιοκτησίας και του κράτους είχε δείξει πώς η αστική οικογένεια θεμελιώθηκε πάνω στην κληρονομικότητα, την πατρική εξουσία, την υποταγή της γυναίκας, και την πειθαρχία των παιδιών. Δεν είναι λοιπόν περίεργο που σε μια περίοδο κρίσης, η ίδια η οικογένεια μετατρέπεται σε φυλακή, σε πεδίο όπου εκρήγνυνται οι αντιφάσεις. Όταν το κοινωνικό πλαίσιο καταρρέει, η οικογένεια γίνεται η πρώτη σκηνή όπου φαίνεται η σήψη. Ο γιος, πρώην κρατούμενος, βγαίνει από τη φυλακή και ξαναγυρίζει στο σπίτι. Το σωφρονιστικό σύστημα, αντί να τον επανεντάξει, τον παραδίδει ακόμη πιο βίαιο, ακόμη πιο αποξενωμένο. Ο Λένιν έγραφε ότι «η κοινωνία δημιουργεί εγκληματίες και μετά τους τιμωρεί». Η περίπτωση αυτή δείχνει το ίδιο: ο νέος δεν έγινε εγκληματίας επειδή «έτσι γεννήθηκε»· έγινε επειδή η κοινωνία τον έσπρωξε στην περιθωριοποίηση, και η φυλακή τον έκανε χειρότερο. Και ύστερα το ίδιο το κράτος παρουσιάζεται ως «ρυθμιστής της βίας», ενώ στην πραγματικότητα την αναπαράγει. Ο πατέρας, ως παραδοσιακή μορφή εξουσίας μέσα στο σπίτι, βρίσκεται ανίσχυρος. Ο ρόλος του ανατρέπεται· από αυθεντία γίνεται θύμα. Αυτό είναι δείγμα πως η πατριαρχική οικογένεια, που φτιάχτηκε για να είναι «κέντρο πειθαρχίας», διαλύεται κάτω από την πίεση του κοινωνικού αδιεξόδου. Ο Ιλιένκοφ θα έλεγε ότι εδώ η «μερικότητα» (η οικογένεια) δείχνει την καθολικότητα της κρίσης: μέσα σε τέσσερις τοίχους εκτυλίσσεται όλο το δράμα μιας κοινωνίας που δεν μπορεί να δώσει διέξοδο. Η αστική κοινωνία συνηθίζει να βλέπει τέτοια περιστατικά σαν «παθολογίες». Μιλάει για «ψυχολογικά προβλήματα», για «κακές παρέες», για «διαλυμένες οικογένειες». Όμως ο Μαρξ μας θυμίζει: «Το είναι καθορίζει τη συνείδηση». Δεν είναι η ψυχή που γεννά τη βία· είναι οι υλικές συνθήκες. Όταν υπάρχει ανεργία, φτώχεια, αποκλεισμός, η βία θα εμφανιστεί. Όταν η κοινωνία πετάει τους νέους στον δρόμο, αυτοί θα γυρίσουν με μαχαίρια στην κατάψυξη. Όταν το κράτος περιορίζει την υγεία και τη φροντίδα, η οικογένεια γίνεται τόπος συγκρούσεων, όχι φροντίδας. Το συγκλονιστικό στοιχείο είναι ότι ο πατέρας κατέφυγε στο ίδιο το κράτος για προστασία. Δηλαδή στον μηχανισμό που παράγει την καταπίεση. Και το κράτος απάντησε με τον δικό του τρόπο: καταδίκη, έξι μήνες φυλάκιση, με όρο να μην πλησιάσει την οικογένεια. Δηλαδή τίποτα δεν αλλάζει. Η κοινωνία ξανακλείνει τον νέο στη φυλακή, ο κύκλος της βίας ξαναξεκινά, και ο πατέρας απλώς περιμένει το επόμενο ξέσπασμα. Ο Ρουμπινστάιν σημείωνε ότι «η αλήθεια της πράξης είναι το κριτήριο κάθε θεωρίας». Η πράξη εδώ δείχνει ότι ο καπιταλισμός δεν έχει λύσεις: απλώς μεταφέρει το πρόβλημα από τον δρόμο στο κελί, από το σπίτι στο δικαστήριο.
Είναι εύκολο να πει κανείς «ιδιωτικό δράμα». Όμως, η διαλεκτική υλιστική ανάλυση δείχνει πως αυτό είναι κοινωνικό σύμπτωμα. Δεν είναι η εξαίρεση· είναι η κανονικότητα μιας κοινωνίας σε κρίση. Στην «Καταγωγή της οικογένειας» ο Ένγκελς έγραφε πως η οικογένεια είναι θεσμός που αλλάζει μορφή ανάλογα με τον τρόπο παραγωγής. Σήμερα, στον καπιταλισμό της κρίσης, παίρνει τη μορφή βίαιης διάλυσης, απειλώντας τους ίδιους τους δεσμούς που τη συγκρατούσαν.
Το τραγικό περιστατικό στον Βόλο μάς δείχνει ότι ο καπιταλισμός παράγει βία ακόμη και εκεί που υπόσχεται γαλήνη. Παράγει εγκληματικότητα εκεί που υπόσχεται κοινωνική τάξη. Παράγει φόβο εκεί που υπόσχεται προστασία. Το σπίτι γίνεται φυλακή, η οικογένεια γίνεται εμπόδιο, η αγάπη γίνεται τρόμος. Και αυτό δεν θα αλλάξει με μερικές συλλήψεις, με μια απόφαση Αυτόφωρου ή με μερικές ψυχολογικές διαγνώσεις. Θα αλλάξει μόνο όταν αλλάξουν οι υλικές συνθήκες: όταν η κοινωνία πάψει να είναι οργανωμένη στη βάση της εκμετάλλευσης και γίνει κοινωνία της καθολικής φροντίδας. Όταν ο πατέρας στον Βόλο αναρωτιέται αν θα τον «σφάξει ο γιος του στον ύπνο», δεν είναι φράση μιας οικογένειας. Είναι φράση μιας ολόκληρης κοινωνίας που κοιμάται πάνω σε ένα ηφαίστειο. Και το ηφαίστειο είναι η κοινωνική αντίφαση. Το ερώτημα δεν είναι «αν» θα εκραγεί, αλλά πότε και πώς. Και το μόνο που μπορεί να το σβήσει δεν είναι οι φυλακές ή οι νόμοι, αλλά η υπέρβαση του ίδιου του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής.
Μωυσίδης Χαράλαμπος Συγγραφέας με Διαλεκτικοϋλιστική Ανάλυση, Μαρξική Κριτική και Πρόταση





