Ο Μαρξ, στον 3ο τόμο του Κεφαλαίου, μας δείχνει κάτι που εκ πρώτης όψεως μοιάζει «τεχνικό», αλλά στην ουσία αποκαλύπτει τον ιδεολογικό μηχανισμό του κεφαλαίου: οι κεφαλαιοκράτες, ακόμη κι αν δεν έχουν δανειστεί ούτε ένα νόμισμα, εμφανίζουν το επιτόκιο δανεισμού σαν «έξοδο» της παραγωγής τους. Πώς γίνεται αυτό; Είναι η λογιστική μετατροπή μιας υποθετικής δαπάνης σε πραγματικό κόστος, ώστε να νομιμοποιηθεί το κέρδος σαν κάτι που προκύπτει δήθεν «δίκαια» μετά την αφαίρεση όλων των «αναγκαίων» εξόδων. Το επιτόκιο δανεισμού, σε κανονικές συνθήκες, είναι το τίμημα που πληρώνει ένας επιχειρηματίας για να χρησιμοποιήσει ξένο κεφάλαιο. Όμως στον καπιταλισμό, ακόμα κι όταν το κεφάλαιο είναι ιδιοχρηματοδοτούμενο, οι κεφαλαιοκράτες το «λογιστικοποιούν» σαν να είχε δανειστεί. Δηλαδή, υπολογίζουν τι θα πλήρωναν αν δανείζονταν και μετατρέπουν αυτό το φανταστικό κόστος σε πραγματικό στοιχείο του τιμολογίου τους. Πρόκειται για μια καθαρή επινόηση: ένα «κόστος» χωρίς πραγματική εκροή χρήματος, που όμως βαραίνει τον υπολογισμό της τιμής. Με αυτόν τον τρόπο, το επιτόκιο εμφανίζεται σαν κομμάτι του «αναγκαίου κόστους παραγωγής», ενώ στην πραγματικότητα δεν έχει προκύψει από την υλική διαδικασία παραγωγής. Ο Μαρξ εδώ δείχνει πώς το κεφάλαιο κατασκευάζει ιδεολογικά την εικόνα του: κάθε τι μετατρέπεται σε «κόστος» για να θολώσει το γεγονός ότι η πηγή του κέρδους είναι αποκλειστικά η υπεραξία που παράγει η εργασία. Αυτή η τεχνική δεν είναι απλώς λογιστική. Είναι κοινωνική λειτουργία. Αφαιρώντας από τον λογαριασμό ένα «κόστος» που στην πραγματικότητα δεν υπήρξε, ο κεφαλαιοκράτης διαμορφώνει μια εικόνα όπου το κέρδος του εμφανίζεται μειωμένο, άρα «δικαιολογημένο». Έτσι κατασκευάζεται μια πλαστή ισορροπία ανάμεσα σε έξοδα και έσοδα, που κρύβει την πραγματικότητα: ότι το κέρδος δεν πηγάζει από χρηματοοικονομικούς χειρισμούς, αλλά από την εκμετάλλευση της εργατικής δύναμης. Με άλλα λόγια, η μετατροπή του επιτοκίου σε «κόστος» ακόμη και χωρίς δανεισμό είναι μια πρακτική με διπλή λειτουργία:
- Οικονομική – γιατί ανεβάζει το υπολογισμένο «κόστος παραγωγής» και έτσι δικαιολογεί υψηλότερη τελική τιμή.
- Ιδεολογική – γιατί παρουσιάζει το κέρδος σαν «υπόλοιπο» μετά την αφαίρεση δαπανών, κρύβοντας ότι είναι κλεμμένη υπεραξία.
Η διορατικότητα του Μαρξ είναι πως εδώ βλέπουμε το κεφάλαιο να παραποιεί την ίδια του τη λογική. Το επιτόκιο, από πραγματικό έξοδο δανεισμού, γίνεται «φανταστικό έξοδο», ένας τρόπος πλαστογράφησης της σχέσης ανάμεσα σε κόστος και κέρδος. Έτσι, η καπιταλιστική λογιστική δεν είναι ουδέτερη· είναι όπλο που ντύνει με μανδύα αναγκαιότητας τη διαδικασία της εκμετάλλευσης.
Μωυσίδης Χαράλαμπος Συγγραφέας με Διαλεκτικοϋλιστική Ανάλυση, Μαρξική Κριτική και Πρόταση





