Το ζήτημα δεν είναι ένα πρόσωπο. Το ζήτημα είναι ένα φαινόμενο. Και το φαινόμενο αυτό επανεμφανίζεται διαρκώς σε κοινωνίες όπου ο πολιτισμός έχει μετατραπεί σε κεφάλαιο: η κληρονομιά ενός μεγάλου δημιουργού παύει να είναι ιστορικό έργο και γίνεται κοινωνική θέση, ηθικό πλεονέκτημα, ακόμη και πολιτικό άλλοθι. Δεν μιλάμε για ταλέντο, ούτε για προσωπική διαδρομή. Μιλάμε για τον τρόπο με τον οποίο η αστική κοινωνία μεταχειρίζεται την πολιτισμική μνήμη σαν ιδιοκτησία, σαν τίτλο, σαν συμβολικό προνόμιο.
Ο καπιταλισμός δεν εμπορευματοποιεί μόνο προϊόντα. Εμπορευματοποιεί οικογενειακά ονόματα, κληρονομημένες αναφορές, πολιτισμικά ίχνη. Ένα μεγάλο όνομα δεν ανήκει πια στην ιστορία· λειτουργεί σαν brand. Και όποιος το φέρει, αποκτά αυτομάτως πρόσβαση σε δημόσιο λόγο, σε ακροατήριο, σε κύρος — όχι επειδή παρήγαγε έργο, αλλά επειδή κληρονόμησε συμβολικό κεφάλαιο.
Εδώ ακριβώς αρχίζει η αντίφαση. Ο δημιουργός που κάποτε στάθηκε κριτικά απέναντι στην εξουσία, στο εμπόρευμα, στην ευκολία, μετατρέπεται —μετά θάνατον— σε ουδέτερη πολιτισμική εικόνα, ακίνδυνη, ανακυκλώσιμη, αποστειρωμένη. Το έργο του αποσπάται από τις κοινωνικές του ρίζες, αποπολιτικοποιείται και χρησιμοποιείται σαν φόντο. Και μέσα σε αυτό το φόντο, κάποιοι μιλούν «εκ μέρους» του πολιτισμού, χωρίς να συγκρούονται με τίποτα.
Το πρόβλημα δεν είναι ότι κάποιος μιλά δημόσια. Το πρόβλημα είναι τι εκπροσωπεί αυτός ο λόγος. Όταν ο λόγος αυτός ευθυγραμμίζεται πλήρως με τον κυρίαρχο φιλελεύθερο ορθολογισμό, με τον αντικομμουνισμό της εποχής, με την ηθικολογία του «όλοι φταίνε», τότε έχουμε μια βαθιά ειρωνεία: ο πολιτισμός που γεννήθηκε σε ρήξη με το σύστημα, επιστρέφει ως ηθικό στολίδι του συστήματος.
Η αστική κοινωνία λατρεύει τέτοιες φιγούρες. Τις χρειάζεται. Χρειάζεται ανθρώπους που να μπορούν να μιλούν για «ελευθερία», «ανθρωπισμό», «δημοκρατία», χωρίς να θίγουν τις υλικές σχέσεις που ακυρώνουν αυτές τις έννοιες. Χρειάζεται πρόσωπα που να φαίνονται «πολιτισμένα», αλλά να μην αγγίζουν την ταξική σύγκρουση. Και όταν αυτά τα πρόσωπα έχουν και ένα βαρύ πολιτισμικό επώνυμο, η λειτουργία τους γίνεται διπλά χρήσιμη.
Δεν είναι τυχαίο ότι στον σύγχρονο δημόσιο λόγο η λέξη «Αριστερά» εμφανίζεται συχνά αποσυνδεδεμένη από την εργατική τάξη, απογυμνωμένη από τον μαρξισμό, μεταφρασμένη σε ηθική στάση ή αισθητική ευαισθησία. Αυτή η μετάφραση δεν είναι αθώα. Είναι ο τρόπος με τον οποίο ο καπιταλισμός εξουδετερώνει την κριτική: την μετατρέπει σε πολιτισμικό σχόλιο.
Ο διαλεκτικός υλισμός μας μαθαίνει να κοιτάμε πίσω από τις λέξεις. Να ρωτάμε: ποια κοινωνική λειτουργία επιτελεί αυτός ο λόγος; Σε ποια τάξη απευθύνεται; Ποια σύγκρουση αποφεύγει; Όταν ένας λόγος μιλά συνεχώς για «ακραίους», «φανατισμούς», «δογματισμούς», αλλά δεν μιλά ποτέ για εκμετάλλευση, ιδιοκτησία, υπεραξία, τότε δεν είναι ουδέτερος. Είναι ταξικά τοποθετημένος.
Η πολιτισμική κληρονομιά, αντί να λειτουργεί ως γέφυρα προς τη ριζοσπαστική σκέψη, συχνά μετατρέπεται σε ασπίδα συντηρητισμού. Όχι με την παλιά έννοια, αλλά με τη σύγχρονη: τον συντηρητισμό της κανονικότητας, της «λογικής», της αποδοχής του συστήματος ως μονόδρομου. Και αυτό είναι ίσως το πιο επικίνδυνο είδος συντηρητισμού, γιατί δεν φωνάζει — χαμογελά.
Δεν είναι ζήτημα προθέσεων. Είναι ζήτημα δομής. Στον καπιταλισμό, ακόμη και ο πολιτισμός εντάσσεται στη λογική της αναπαραγωγής της κυριαρχίας. Όποιος κατέχει πολιτισμικό κεφάλαιο και δεν το χρησιμοποιεί για να αποκαλύψει τις υλικές αντιφάσεις της κοινωνίας, αντικειμενικά λειτουργεί υπέρ της σταθερότητας του συστήματος. Ακόμη κι αν πιστεύει ότι «απλώς εκφράζει άποψη».
Ο Μαρξ δεν μας έμαθε να κρίνουμε ανθρώπους. Μας έμαθε να αναλύουμε ρόλους. Και ο ρόλος του «πολιτισμικού σχολιαστή χωρίς ταξική αναφορά» είναι σαφής στη σημερινή Ευρώπη: να προσφέρει ένα ανθρώπινο, ευαίσθητο, καλλιεργημένο πρόσωπο σε μια κοινωνία βαθιά απάνθρωπη στις υλικές της σχέσεις. Να μιλά για αξίες, ενώ η εργασία συνθλίβεται. Να μιλά για πολιτισμό, ενώ η φτώχεια κανονικοποιείται.
Αν κάτι οφείλει η Αριστερά σήμερα, δεν είναι να επιτεθεί σε πρόσωπα. Είναι να αρνηθεί τον αποπολιτικοποιημένο πολιτισμό. Να επαναφέρει τη σύγκρουση εκεί που πρέπει: στην ιδιοκτησία, στην εξουσία, στην ταξική δομή. Να πει καθαρά ότι ο πολιτισμός χωρίς υλική κριτική γίνεται διακόσμηση.
Η κληρονομιά ενός μεγάλου δημιουργού δεν τιμάται με λόγια. Τιμάται μόνο αν το έργο του παραμένει επικίνδυνο για την εξουσία. Όταν γίνεται ακίνδυνο, όταν γίνεται κοινός τόπος, όταν χρησιμοποιείται για να στηρίξει την «ωριμότητα» του συστήματος, τότε έχει ήδη ηττηθεί — όσο κι αν επαναλαμβάνεται το όνομά του.
Και αυτό είναι το πραγματικό ερώτημα που πρέπει να θέσουμε, όχι σε έναν άνθρωπο, αλλά σε όλους μας:
Θέλουμε τον πολιτισμό ως μνήμη ή ως όπλο;
Γιατί στον κόσμο που ζούμε, δεν μπορεί να είναι και τα δύο.





