«Τα Τέμπη δεν ήταν λάθος – ήταν έγκλημα του κέρδους. Για τους γονείς που θρηνούν, για τα παιδιά που δεν γύρισαν, η μνήμη τους ζητά δικαιοσύνη κοινωνική: να μη ξανασυμβεί ποτέ.»
Όταν μιλάμε για τα Τέμπη, αν μείνουμε στο επίπεδο του συγκινησιακού σοκ και της ηθικής καταδίκης, θα χάσουμε την ουσία. Γιατί εδώ δεν έχουμε μπροστά μας μια σειρά από μεμονωμένα λάθη ή ατυχίες που συνέπεσαν∙ έχουμε την εκδήλωση μιας ιστορικής, ταξικής αναγκαιότητας. Ο Μαρξ μας έχει ήδη προειδοποιήσει από το πρώτο βιβλίο του Κεφαλαίου: «Οι καταστροφές που παράγει η καπιταλιστική παραγωγή δεν είναι απόκλιση αλλά κανόνας, που απορρέει από τον ίδιο τον νόμο της αξίας και της συσσώρευσης» (Marx, 1867/1990).
Στα Τέμπη, αυτή η φράση δεν είναι θεωρητική υπόθεση∙ έγινε σάρκα και αίμα ανθρώπων. Ο σιδηρόδρομος, που θα μπορούσε να είναι υπόδειγμα συλλογικής ασφάλειας και κοινωνικής ωφέλειας, μετατράπηκε σε τόπο μαζικής εξόντωσης επειδή η λειτουργία του δεν σχεδιάστηκε με γνώμονα την κοινωνική ανάγκη, αλλά την ιδιωτική κερδοφορία.
Η ιδιωτικοποίηση των σιδηροδρόμων, οι συμβάσεις fast-track, η μείωση προσωπικού, η εγκατάλειψη των συστημάτων τηλεδιοίκησης, η απαξίωση της συντήρησης και η γενικευμένη κουλτούρα «κόστους-οφέλους» δεν είναι άθροισμα «κακών αποφάσεων»∙ είναι το κανονικό αποτέλεσμα της λογικής που βλέπει τις υποδομές ως πεδία κερδοφορίας. Ο Λένιν, αναλύοντας τους σιδηροδρόμους της Ρωσίας, σημείωνε πως «η τεχνική πρόοδος στα χέρια της αστικής τάξης, αν δεν κοινωνικοποιηθεί, μετατρέπεται σε όπλο καταπίεσης και σε παγίδα θανάτου» (Lenin, 1899/1977). Το ίδιο συμβαίνει και εδώ: όσο πιο γρήγορα τρέχει το τρένο, τόσο πιο γρήγορα και φονικά εκδηλώνεται η αντίφαση όταν η ασφάλεια θυσιάζεται στο βωμό του κέρδους.
Η κυρίαρχη αφήγηση έσπευσε να προσωποποιήσει το έγκλημα: «φταίει ο σταθμάρχης», «φταίει ο ανθρώπινος παράγοντας». Αυτή η αφήγηση δεν είναι ουδέτερη∙ είναι ιδεολογικός μηχανισμός που αποσκοπεί στη συγκάλυψη της κοινωνικής ευθύνης. Όταν ένα σύστημα υποδομών απογυμνώνεται από αυτοματισμούς, όταν ολόκληρη η ευθύνη ασφάλειας πέφτει πάνω σε έναν εργαζόμενο που εργάζεται με εξαντλητικά ωράρια και χωρίς υποστήριξη, τότε το «ανθρώπινο λάθος» δεν είναι τυχαίο αλλά κατασκευασμένο. Όπως έγραφε ο Ένγκελς για τα εργατικά ατυχήματα της βιομηχανικής Αγγλίας, «οι αστοί έχουν την ψευδαίσθηση ότι δεν ευθύνονται επειδή το χέρι που πατά το μοχλό είναι ενός εργάτη – μα το σύστημα που τον εξαναγκάζει σε αυτό είναι το δικό τους» (Engels, 1845/1972).
Αυτή η αλήθεια αποκτά ακόμα μεγαλύτερη βαρύτητα όταν βλέπουμε τους γονείς να θρηνούν τα παιδιά τους. Αυτοί οι άνθρωποι δεν έχασαν μόνο το πιο πολύτιμο κομμάτι της ζωής τους∙ έχασαν και την εμπιστοσύνη τους σε μια κοινωνία που τους πρόδωσε. Όταν φωνάζουν «Δεν ήταν δυστύχημα – ήταν έγκλημα», δεν εκφράζουν απλώς οργή, αλλά την πιο αυθεντική μορφή ταξικής συνείδησης: αναγνωρίζουν ότι το σύστημα είναι που δολοφονεί, όχι κάποιο τυχαίο λάθος. Και ακριβώς αυτή η φωνή τους τρομάζει την εξουσία, γιατί δεν μπορεί να εξαγοραστεί με επιδόματα, ούτε να κατασταλεί με δίκες-παρωδίες. Η διαλεκτική υλιστική προσέγγιση δεν μας επιτρέπει να σταθούμε μόνο στο παρελθόν – στο τι έγινε. Μας αναγκάζει να δούμε και το παρόν και το μέλλον: τι θα ξαναγίνει αν δεν αλλάξει ριζικά ο τρόπος που οργανώνεται η κοινωνία. Τα Τέμπη δεν είναι εξαίρεση, είναι προειδοποίηση. Κάθε καπιταλιστική υποδομή –είτε είναι δρόμος, είτε τρένο, είτε νοσοκομείο– λειτουργεί με τον ίδιο νόμο: ελαχιστοποίηση κόστους, μεγιστοποίηση κέρδους. Κι αυτός ο νόμος, όσο παραμένει κυρίαρχος, θα παράγει ξανά και ξανά Τέμπη. Δεν αρκεί λοιπόν να «τιμωρηθούν οι υπεύθυνοι», όπως ζητούν τα ΜΜΕ∙ πρέπει να αλλάξει η ίδια η ιδιοκτησία και ο έλεγχος των μέσων μεταφοράς. Η μόνη πραγματική δικαιοσύνη για τα Τέμπη δεν είναι δικαστική αλλά κοινωνική: να κοινωνικοποιηθούν οι σιδηρόδρομοι, να τεθούν υπό εργατικό και κοινωνικό έλεγχο, να λειτουργούν όχι για κέρδος αλλά για ανάγκη. Μια κοινωνία που σέβεται τη ζωή δεν λογίζει την ασφάλεια ως «κόστος» αλλά ως αυτονόητη προϋπόθεση ύπαρξης. Ο Μαρξ τόνιζε πως «μια κοινωνία αξίζει όσο το μέτρο της είναι η ζωή του ανθρώπου και όχι η αξία του κεφαλαίου» (Marx, 1844/1975). Αυτό είναι το κριτήριο που οφείλουμε να θέσουμε κι εμείς.
Και για τους γονείς που θρηνούν – που βγαίνουν κάθε μήνα στους δρόμους για να θυμίσουν πως τα παιδιά τους δεν είναι αριθμοί – ο μόνος φόρος τιμής είναι να μετατρέψουμε τον πόνο τους σε δύναμη αγώνα. Να μην αφήσουμε το αίμα των παιδιών τους να πνιγεί μέσα σε επιτροπές συγκάλυψης και σε «μέτρα βελτίωσης». Η μνήμη τους δεν ζητά εκδίκηση, ζητά αλλαγή: έναν κόσμο όπου καμία μάνα δεν θα ξαναθρηνήσει το παιδί της επειδή κάποιος λογάριασε το κέρδος πάνω από τη ζωή. Και αυτός ο κόσμος δεν είναι υπόσχεση∙ είναι καθήκον.
Μωυσίδης Αθανασίου Χαράλαμπος
Πολιτικές Επιστήμες – Συγγραφέας Του Διαλεκτικού Υλισμού





