«Ποσοτική Χαλάρωση: Χρήμα χωρίς Αξία»

Σε αυτό το άρθρο θα δούμε:

Η συζήτηση για την ποσοτική χαλάρωση (Quantitative Easing – QE) επανέρχεται κάθε φορά που οι κεντρικές τράπεζες βρίσκονται σε αδιέξοδο. Όταν τα επιτόκια έχουν φτάσει σχεδόν στο μηδέν και δεν υπάρχει περιθώριο για άλλη «παραδοσιακή» παρέμβαση, οι τράπεζες καταφεύγουν σε αυτό το εργαλείο. Και τι σημαίνει πρακτικά; Εκτύπωση νέου χρήματος και αγορά κρατικών ή άλλων ομολόγων από το χρηματοπιστωτικό σύστημα. Με απλά λόγια: η κεντρική τράπεζα διοχετεύει ρευστότητα στις εμπορικές τράπεζες και στις αγορές, ελπίζοντας ότι αυτό το χρήμα θα φτάσει τελικά στην πραγματική οικονομία μέσω δανείων, επενδύσεων, κατανάλωσης.

Στη θεωρία, η QE λειτουργεί έτσι:

  • Αγοράζονται περιουσιακά στοιχεία → αυξάνεται η ρευστότητα.
  • Η ρευστότητα πιέζει προς τα κάτω τα επιτόκια → το δανεικό χρήμα γίνεται φθηνότερο.
  • Οι επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά δανείζονται πιο εύκολα → τονώνεται η οικονομική δραστηριότητα.
  • Η αυξημένη ρευστότητα ανεβάζει τις τιμές μετοχών, ακινήτων και άλλων επενδυτικών προϊόντων → οι επενδυτές νιώθουν πιο πλούσιοι, άρα ξοδεύουν περισσότερο.

Όλα αυτά δείχνουν μια εικόνα «ζωντανής» οικονομίας. Όμως η πραγματικότητα είναι πιο σκληρή: η ποσοτική χαλάρωση δεν δημιουργεί καμία νέα αξία.

Γιατί; Εδώ έρχεται η μαρξιστική κριτική να φωτίσει το κενό. Σύμφωνα με τον Μαρξ, νέα αξία δεν παράγεται με τη διακίνηση χρήματος, αλλά αποκλειστικά μέσα στην παραγωγή, όταν η εργατική δύναμη μετασχηματίζει ύλη και ενέργεια σε εμπορεύματα. Η αξία γεννιέται από τον κοινωνικά αναγκαίο χρόνο εργασίας. Από εκεί παράγεται και η υπεραξία, που ιδιοποιείται ο καπιταλιστής.

Η QE, αντίθετα, είναι απλώς μια τεχνική αναδιανομής χρήματος στο χρηματοπιστωτικό κύκλωμα. Τυπώνει χρήμα, το ρίχνει στις τράπεζες και περιμένει ότι αυτές θα το μετατρέψουν σε επενδύσεις. Όμως το χρήμα αυτό δεν φέρνει νέο χρόνο εργασίας, δεν μπαίνει στη γραμμή παραγωγής, δεν παράγει νέα υπεραξία. Κυκλοφορεί ανάμεσα σε τραπεζικούς ισολογισμούς, φουσκώνει χρηματιστήρια και αγορά ακινήτων, δημιουργεί φούσκες, αλλά στην πραγματική οικονομία η επίδρασή του είναι αμελητέα. Γι’ αυτό και η ποσοτική χαλάρωση συνδέεται περισσότερο με την τεχνητή τόνωση της εμπιστοσύνης στις αγορές παρά με την ανάπτυξη. Δεν είναι τυχαίο ότι μετά τις τεράστιες δόσεις QE που ακολούθησαν την κρίση του 2008, είδαμε ιστορικές ανισότητες να εκτοξεύονται: οι τιμές μετοχών ανέβηκαν, τα μεγάλα χαρτοφυλάκια ωφελήθηκαν, αλλά οι μισθοί και η κοινωνική πρόνοια έμειναν καθηλωμένα. Δηλαδή, η QE λειτούργησε σαν μηχανισμός ενίσχυσης των πλουσιότερων στρωμάτων. Οι πλούσιοι κατέχουν μετοχές, ακίνητα, περιουσιακά στοιχεία· άρα αυτοί κερδίζουν από την άνοδο των τιμών. Οι φτωχότεροι που ζουν από τον μισθό, χωρίς περιουσιακά στοιχεία, δεν είδαν καμία βελτίωση. Άλλος μεγάλος κίνδυνος είναι οι φούσκες. Όταν το χρήμα διοχετεύεται όχι σε παραγωγή αλλά σε αγορές τίτλων, οι τιμές ξεφεύγουν από την πραγματική αξία. Και αργά ή γρήγορα, οι φούσκες σκάνε: μετοχές καταρρέουν, ακίνητα χάνουν αξία, και το κοινωνικό κόστος μεταφέρεται πάλι στους εργαζόμενους και στα λαϊκά στρώματα.

Υπάρχει τέλος και το επιχείρημα της «αποτυχίας στόχευσης». Η QE υποτίθεται ότι αποτρέπει τον αποπληθωρισμό και ενισχύει τη ζήτηση. Στην πράξη, όμως, πολλές φορές το χρήμα δεν φτάνει ποτέ στις τσέπες των νοικοκυριών ή των μικρών επιχειρήσεων. Μένει εγκλωβισμένο στις ισολογιστικές κινήσεις των τραπεζών ή επενδύεται σε χρηματοοικονομικά προϊόντα χαμηλού ρίσκου. Το αποτέλεσμα είναι μια «ανάκαμψη χωρίς δουλειές»: δείκτες ανεβαίνουν, αλλά η ανεργία, η εργασιακή ανασφάλεια και η φτώχεια δεν μειώνονται ουσιαστικά.

Από τη σκοπιά του Μαρξισμού, λοιπόν, η ποσοτική χαλάρωση είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα της αυτονόμησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος από την πραγματική παραγωγή.

Το κεφάλαιο αναζητά διέξοδο όχι μέσα από την εκμετάλλευση νέας εργασίας, αλλά μέσα από την τεχνητή διόγκωση χρηματοπιστωτικών αξιών. Όμως αυτό δεν είναι παραγωγή νέας αξίας· είναι ανακύκλωση υπαρχουσών αξιών, είναι κίνηση πάνω σε μια φούσκα που χρειάζεται συνεχώς καινούριο αέρα για να μην καταρρεύσει. Η ουσία είναι ότι καμία νομισματική πολιτική, όσο «έξυπνη» κι αν είναι, δεν μπορεί να υποκαταστήσει την υλική βάση της αξίας: την ανθρώπινη εργασία.

Ούτε οι τράπεζες, ούτε οι αγορές, ούτε τα λογιστικά τεχνάσματα μπορούν να δημιουργήσουν υπεραξία από το τίποτα. Μπορούν μόνο να μεταθέσουν, να κρύψουν ή να επιδεινώσουν τις αντιφάσεις. Γι’ αυτό η ποσοτική χαλάρωση, παρότι εμφανίζεται σαν σωτηρία σε περιόδους κρίσης, στην πραγματικότητα είναι ένα μέσο αγοράς χρόνου για το σύστημα. Χρόνος που δεν λύνει τις αντιφάσεις, αλλά τις βαθαίνει: το δημόσιο χρέος μεγαλώνει, οι κοινωνικές ανισότητες διευρύνονται, οι αγορές γίνονται πιο ευάλωτες. Και το ερώτημα παραμένει: πόσες φορές μπορείς να εκτυπώσεις χρήμα χωρίς να εκτυπώσεις μαζί και την επόμενη

κρίση;

Μωυσίδης Χαράλαμπος Συγγραφέας με Διαλεκτικοϋλιστική Ανάλυση, Μαρξική Κριτική και Πρόταση 

Search
Share:

Σε αυτό το άρθρο θα δούμε:

Συντάκτης

Picture of Μωυσίδης Χαράλαμπος

Μωυσίδης Χαράλαμπος

Συγγραφέας με Διαλεκτικοϋλιστική Ανάλυση, Μαρξική Κριτική και Πρόταση

Αρθρογραφία