Το ερώτημα «σε ποιον ανήκει το παιδί» στην περίπτωση της παρένθετης μητρότητας δεν είναι ηθικό, συναισθηματικό ή νομικιστικό. Είναι πρωτίστως κοινωνικό και υλικό. Όποιος το αντιμετωπίζει ως ζήτημα «ατομικής επιλογής» ή «δικαιώματος επιθυμίας» αποκόπτει συνειδητά το φαινόμενο από το ιστορικό και κοινωνικό πλαίσιο μέσα στο οποίο γεννήθηκε. Η παρένθετη μητρότητα δεν εμφανίστηκε σε κοινωνίες κοινοκτημοσύνης, ούτε ως αυθόρμητη ανθρώπινη πρακτική. Αναδύθηκε ως μορφή καπιταλιστικής διαμεσολάβησης της αναπαραγωγής, δηλαδή ως επέκταση της εμπορευματικής σχέσης στον ίδιο τον βιολογικό μεταβολισμό της ζωής.
Στον Διαλεκτικό Υλισμό, το παιδί δεν είναι ιδιοκτησία. Δεν «ανήκει» με την αστική έννοια ούτε στη βιολογική μητέρα, ούτε στον γενετικό πατέρα, ούτε στο κράτος. Το παιδί είναι κοινωνικό υποκείμενο υπό διαμόρφωση, προϊόν συγκεκριμένων κοινωνικών σχέσεων παραγωγής και αναπαραγωγής. Ο Μαρξ είναι σαφής: η ανθρώπινη ύπαρξη δεν συγκροτείται ως αφηρημένο άτομο, αλλά ως σύνολο κοινωνικών σχέσεων (Marx, 1845/1976). Άρα το ερώτημα «σε ποιον ανήκει» είναι ήδη ιδεολογικά φορτισμένο, γιατί προϋποθέτει ιδιοκτησιακή σχέση εκεί όπου θα έπρεπε να μιλάμε για κοινωνική ευθύνη.
Η παρένθετη μητρότητα, όπως λειτουργεί σήμερα, εισάγει μια ριζική τομή: διασπά την ενότητα κύησης – γέννησης – φροντίδας. Αυτό που στις προκαπιταλιστικές κοινωνίες και ακόμα περισσότερο στις πρώιμες ανθρώπινες κοινότητες αποτελούσε ενιαία κοινωνική διαδικασία, στον καπιταλισμό τεμαχίζεται σε διακριτές «λειτουργίες»: γενετικό υλικό, μήτρα, φροντίδα, ανατροφή. Κάθε μία από αυτές μπορεί να αποσπαστεί, να συμβασιοποιηθεί, να αγοραστεί. Αυτή ακριβώς η αποσύνθεση δεν είναι τεχνολογικά ουδέτερη· είναι σχέση παραγωγής.
Η μήτρα της παρένθετης μητέρας μετατρέπεται σε μέσο παραγωγής, το σώμα σε εργαλείο εργασίας, η κύηση σε παροχή υπηρεσίας. Αυτό δεν είναι μεταφορά. Είναι υλική πραγματικότητα. Όπως έδειξε ο Ένγκελς, όταν η παραγωγή διαχωρίζεται από την άμεση ανθρώπινη σχέση και υπάγεται σε εξωτερική εξουσία, γεννά αλλοτρίωση (Engels, 1884/1972). Στην παρένθετη μητρότητα, η αλλοτρίωση φτάνει στο όριό της: αλλοτριώνεται η ίδια η βιολογική διαδικασία της γέννησης.
Το επιχείρημα ότι «η γυναίκα επιλέγει ελεύθερα» αγνοεί την υλική αναγκαιότητα. Στις περισσότερες περιπτώσεις, η παρένθετη μητρότητα ανθεί σε κοινωνίες ανισότητας, φτώχειας και ταξικής πίεσης. Δεν είναι τυχαίο ότι χώρες του παγκόσμιου Νότου μετατράπηκαν σε «αγορές μήτρας» για εύπορα στρώματα του Βορρά. Η «ελευθερία επιλογής» εδώ είναι η ελευθερία της ανάγκης, δηλαδή αυτό που ο Λένιν χαρακτήριζε ως ψευδή ελευθερία υπό την κυριαρχία του κεφαλαίου (Lenin, 1916/1977).
Άρα, σε ποιον «ανήκει» το παιδί σε αυτό το πλαίσιο; Στην πραγματικότητα, ανήκει στη σύμβαση. Ανήκει στο νομικό και οικονομικό πλαίσιο που το παρήγαγε. Και αυτό είναι το πιο ανησυχητικό στοιχείο. Το παιδί δεν εμφανίζεται ως σκοπός, αλλά ως αποτέλεσμα διαδικασίας. Ο Ιλιένκοφ έχει δείξει ότι όταν το υποκείμενο μετατρέπεται σε αντικείμενο σχέσεων που δεν ελέγχει, τότε έχουμε πλήρη αναστροφή της ανθρώπινης ουσίας (Ilyenkov, 1977). Η παρένθετη μητρότητα, έτσι όπως εφαρμόζεται σήμερα, ενσαρκώνει αυτή την αναστροφή.
Από Μαρξική σκοπιά, το παιδί δεν μπορεί να είναι ούτε εμπόρευμα ούτε ιδιωτική ιδιοκτησία. Ούτε όμως και «προϊόν επιθυμίας». Η επιθυμία δεν είναι υπεριστορική. Διαμορφώνεται κοινωνικά. Σε κοινωνίες όπου η οικογένεια λειτουργεί ως ιδιωτική μονάδα αναπαραγωγής, το παιδί εμφανίζεται ως «δικό μου», ως προέκταση της ατομικότητας. Αυτή είναι η αστική αντίληψη. Η κομμουνιστική προοπτική δεν αφαιρεί το παιδί από τη μητέρα για να το παραδώσει στο κράτος – αυτό είναι αστική καρικατούρα. Αντίθετα, καταργεί την ιδιοκτησιακή σχέση επί του παιδιού και κοινωνικοποιεί τη φροντίδα, τον χρόνο, την ευθύνη.
Στο πλαίσιο μιας κοινωνίας χωρίς εμπορευματική αναπαραγωγή, η ερώτηση «σε ποιον ανήκει» παύει να έχει νόημα. Το παιδί ανήκει στον εαυτό του ως μελλοντικό κοινωνικό υποκείμενο, και η κοινωνία έχει καθήκον να εγγυηθεί τις υλικές και συναισθηματικές προϋποθέσεις της ανάπτυξής του. Ο Ρουμπινστάιν υπογράμμισε ότι η ανθρώπινη ανάπτυξη δεν είναι ατομική ιδιότητα αλλά διαδικασία κοινωνικής ενσωμάτωσης (Rubinstein, 1957). Αυτό ισχύει κατεξοχήν για το παιδί.
Η παρένθετη μητρότητα, λοιπόν, δεν είναι «τεχνολογική πρόοδος» αφ’ εαυτής. Είναι πρόοδος των παραγωγικών δυνάμεων υπό καπιταλιστικές σχέσεις. Και όπως κάθε τέτοια πρόοδος, παίρνει αντιφατικό χαρακτήρα. Η τεχνολογία θα μπορούσε να υπηρετήσει τη ζωή. Σήμερα υπηρετεί τη σύμβαση. Το πρόβλημα δεν είναι η ιατρική δυνατότητα. Είναι το κοινωνικό πλαίσιο που τη μετατρέπει σε αγορά.
Όσο η αναπαραγωγή παραμένει ιδιωτική υπόθεση και ταυτόχρονα εμπορευματοποιημένη, τέτοια ερωτήματα θα επιστρέφουν διαρκώς: σε ποιον ανήκει το παιδί, ποιος αποφασίζει, ποιος πληρώνει, ποιος χάνει. Η απάντηση του Διαλεκτικού Υλισμού είναι σαφής: το παιδί δεν ανήκει. Η κοινωνία οφείλει. Οφείλει συνθήκες ισότητας, φροντίδας, ελευθερίας από την ανάγκη. Χωρίς αυτό, κάθε συζήτηση για «δικαιώματα» είναι επιφανειακή.
Η παρένθετη μητρότητα αποκαλύπτει με ωμό τρόπο το όριο του καπιταλισμού: εκεί όπου ακόμα και η γέννηση παύει να είναι ανθρώπινη σχέση και γίνεται συμβόλαιο. Και αυτό δεν είναι ζήτημα ατομικής ηθικής, αλλά ιστορικής αναγκαιότητας υπέρβασης.





