Η πρόσφατη δήλωση του Κυριάκος Μητσοτάκης στα Αγγλικά( https://www.facebook.com/kyriakosmitsotakis) για τη Βενεζουέλα δεν αποτελεί απλώς μια τοποθέτηση εξωτερικής πολιτικής· αποτελεί συμπύκνωση μιας βαθιάς και διαχρονικής στρατηγικής επιλογής του ελληνικού κράτους: της πλήρους ιδεολογικής και πολιτικής ευθυγράμμισης με τον δυτικό ιμπεριαλιστικό άξονα. Όταν ένας πρωθυπουργός χαρακτηρίζει μονολεκτικά μια κυβέρνηση ως «βάναυση δικτατορία», αποφεύγοντας κάθε αναφορά στη νομιμότητα διεθνών παρεμβάσεων, στην κρατική κυριαρχία και στο δικαίωμα αυτοδιάθεσης ενός λαού, δεν μιλά απλώς ως άτομο· μιλά ως φορέας μιας συγκεκριμένης ιδεολογικής γραμμής, η οποία έχει ιστορικό βάθος και ταξικό περιεχόμενο. Η περίπτωση της Βενεζουέλας δεν είναι τυχαία. Πρόκειται για χώρα που, ανεξαρτήτως της εσωτερικής της αντίφασης και των πραγματικών κοινωνικών προβλημάτων, τόλμησε να αμφισβητήσει τη μονοπωλιακή κυριαρχία του διεθνούς κεφαλαίου πάνω σε στρατηγικούς πόρους, πρώτα και κύρια στο πετρέλαιο. Από τη στιγμή που ένα κράτος παρεμβαίνει στη λειτουργία της αγοράς προς όφελος λαϊκών στρωμάτων, τίθεται αυτομάτως στο στόχαστρο του ιμπεριαλισμού. Αυτό δεν είναι ηθικό ζήτημα· είναι ζήτημα πολιτικής οικονομίας, όπως το ανέλυσε ήδη από τον 19ο αιώνα ο Καρλ Μαρξ, όταν έδειξε ότι το κεφάλαιο δεν ανέχεται κανένα εμπόδιο στη διευρυμένη αναπαραγωγή του. Η δήλωση Μητσοτάκη εντάσσεται ακριβώς σε αυτό το πλαίσιο. Η έννοια της «δημοκρατικής νομιμοποίησης» χρησιμοποιείται αφηρημένα, αποκομμένη από τις υλικές συνθήκες και τις διεθνείς σχέσεις ισχύος. Όμως, για τον Διαλεκτικό Υλισμό, η δημοκρατία δεν είναι αφηρημένη αξία· είναι μορφή εξουσίας με συγκεκριμένο ταξικό περιεχόμενο. Όπως έγραφε ο Μαρξ, το κράτος δεν είναι ουδέτερος διαιτητής, αλλά «επιτροπή που διαχειρίζεται τις κοινές υποθέσεις της αστικής τάξης» (Marx & Engels, 1848/1976). Όταν λοιπόν η ελληνική κυβέρνηση παίρνει θέση υπέρ μιας «μετάβασης» στη Βενεζουέλα, το ερώτημα δεν είναι αν η μετάβαση θα είναι δημοκρατική, αλλά ποιας τάξης τα συμφέροντα θα υπηρετεί. Εδώ ακριβώς αναδεικνύεται το ζήτημα της κρατικής κυριαρχίας. Στη μαρξιστική θεωρία, η κυριαρχία δεν είναι απόλυτη, αλλά σχετική, ιστορικά προσδιορισμένη και εξαρτημένη από τον διεθνή συσχετισμό δυνάμεων. Ωστόσο, η αρχή της αυτοδιάθεσης των λαών παραμένει θεμελιώδης, όχι ως ηθικό σύνθημα, αλλά ως όρος δυνατότητας για οποιαδήποτε κοινωνική αλλαγή. Ο Βλαντίμιρ Ιλίτς Λένιν ήταν απολύτως σαφής: χωρίς την υπεράσπιση της εθνικής κυριαρχίας απέναντι στον ιμπεριαλισμό, δεν μπορεί να υπάρξει ούτε εργατική εξουσία ούτε σοσιαλιστικός μετασχηματισμός (Lenin, 1916/1977). Η σιωπή της ελληνικής κυβέρνησης για τον ρόλο των ΗΠΑ και της ΕΕ στις εξελίξεις της Βενεζουέλας δεν είναι παρά συνέπεια αυτής της ιδεολογικής θέσης. Το δόγμα «ανήκομεν εις την Δύσιν» δεν είναι ρητορικό κατάλοιπο του παρελθόντος· είναι ενεργό πλαίσιο πολιτικής δράσης. Σημαίνει ότι η Ελλάδα δεν αντιμετωπίζει τα διεθνή ζητήματα με βάση το διεθνές δίκαιο ως καθολική αρχή, αλλά με βάση τη συμμαχική πειθαρχία. Εκεί όπου οι παρεμβάσεις εξυπηρετούν τα συμφέροντα του δυτικού κεφαλαίου, βαφτίζονται «ανθρωπιστικές». Εκεί όπου τα αμφισβητούν, βαφτίζονται «δικτατορικές». Η Μαρξική αντιπαραβολή εδώ είναι αποκαλυπτική. Ο ιμπεριαλισμός, όπως τον ανέλυσε ο Λένιν, δεν είναι πολιτική επιλογή, αλλά στάδιο ανάπτυξης του καπιταλισμού, όπου η εξαγωγή κεφαλαίου, ο έλεγχος πρώτων υλών και η γεωπολιτική επιβολή γίνονται όροι επιβίωσης του συστήματος. Σε αυτό το πλαίσιο, χώρες όπως η Βενεζουέλα δεν κρίνονται με βάση την ευημερία του λαού τους, αλλά με βάση τη συμμόρφωσή τους στις ανάγκες του παγκόσμιου κεφαλαίου. Όταν δεν συμμορφώνονται, η «δημοκρατία» γίνεται όπλο, όχι αξία. Η ιδεολογική ευθυγράμμιση της ελληνικής κυβέρνησης δεν είναι, ωστόσο, απλώς εξωτερική πολιτική. Αντανακλά και εσωτερικές ανάγκες. Ένα κράτος που εφαρμόζει σκληρές πολιτικές λιτότητας, ιδιωτικοποιήσεις και υποβάθμιση κοινωνικών δικαιωμάτων, δεν μπορεί να ανεχθεί διεθνώς παραδείγματα που, έστω αντιφατικά, αμφισβητούν την απόλυτη κυριαρχία της αγοράς. Η απονομιμοποίηση τέτοιων παραδειγμάτων λειτουργεί προληπτικά και στο εσωτερικό: εκπαιδεύει τους λαούς να ταυτίζουν κάθε απόπειρα κοινωνικού ελέγχου της οικονομίας με χάος και αυταρχισμό. Όπως επισήμαινε ο Εβγκένι Ιλιένκοφ, η ιδεολογία δεν είναι ψεύδος, αλλά μορφή αντανάκλασης της πραγματικότητας που εξυπηρετεί συγκεκριμένες πρακτικές ανάγκες της κυρίαρχης τάξης. Η δήλωση Μητσοτάκη λειτουργεί ακριβώς έτσι: δεν αποσκοπεί στην ανάλυση της πραγματικότητας της Βενεζουέλας, αλλά στη σταθεροποίηση ενός πλαισίου σκέψης όπου ο δυτικός καπιταλισμός εμφανίζεται ως μοναδικός φορέας «δημοκρατίας» και «ορθολογισμού».
Η Μαρξική κριτική δεν εξιδανικεύει καμία κυβέρνηση ούτε αρνείται τις πραγματικές αντιφάσεις και αποτυχίες. Αυτό όμως που απορρίπτει κατηγορηματικά είναι το δικαίωμα των ιμπεριαλιστικών κέντρων να λειτουργούν ως παγκόσμιοι δικαστές. Η ιστορία έχει δείξει ότι τέτοιες «μεταβάσεις» δεν οδηγούν σε λαϊκή κυριαρχία, αλλά σε βαθύτερη εξάρτηση, κοινωνική αποσύνθεση και λεηλασία πόρων.
Συνεπώς, το ερώτημα που τίθεται δεν είναι αν η Βενεζουέλα είναι «καλή» ή «κακή» περίπτωση. Το ερώτημα είναι αν οι λαοί έχουν το δικαίωμα να χαράσσουν τον δρόμο τους χωρίς εξωτερικό καταναγκασμό. Η απάντηση του Διαλεκτικού Υλισμού είναι σαφής: χωρίς εθνική κυριαρχία, δεν υπάρχει ούτε κοινωνική απελευθέρωση ούτε πραγματική δημοκρατία. Και κάθε κυβέρνηση που αποσιωπά αυτό το γεγονός, επιλέγει συνειδητά στρατόπεδο.





