Ο Μεταξάς ζει – η χούντα απλώς πέρασε από εδώ

Σε αυτό το άρθρο θα δούμε:

Όλοι μιλούν για τη χούντα των συνταγματαρχών. Την έχουμε μάθει στο σχολείο, τη βλέπουμε σε ταινίες, τη συζητάμε ως το πιο μαύρο κομμάτι της νεότερης πολιτικής ιστορίας μας. Επτά χρόνια βίας, λογοκρισίας, φυλακών, εξορίας, αμερικανικής παρέμβασης. Κι όμως, όσο ισχυρή κι αν ήταν εκείνη η περίοδος, η αλήθεια είναι πως η χούντα δεν δημιούργησε τίποτα καινούριο στην ελληνική κοινωνία. Δεν έπλασε ιδεολογία, δεν οικοδόμησε πρότυπα, δεν χάραξε βαθιά το στίγμα της πέρα από την ωμή καταστολή. Ήταν απλώς ένας μηχανισμός εκτάκτου ανάγκης, ένα εργαλείο του συστήματος μέσα στον Ψυχρό Πόλεμο. Γι’ αυτό και, όταν έπεσε το 1974, κατέρρευσε σαν χάρτινος πύργος, αφήνοντας πίσω της μόνο μνήμες τρόμου και αίματος. Αντίθετα, ο Μεταξάς και το καθεστώς της 4ης Αυγούστου ήταν εκείνοι που έβαλαν τις ρίζες. Το στίγμα του Μεταξά δεν ήταν μόνο πολιτικό – ήταν κοινωνικό, πολιτισμικό, ιδεολογικό. Και αυτό το στίγμα υπάρχει μέχρι σήμερα, συχνά αόρατο, συχνά ντυμένο με «εκσυγχρονισμένα» ρούχα.

Η διαφορά είναι τεράστια. Η χούντα λειτούργησε σαν ένα ξαφνικό πραξικόπημα: στήριξε την εξουσία της σε τανκς, σε αμερικανικούς μηχανισμούς, σε ένα παρακράτος που προϋπήρχε. Ήταν καθαρά στρατιωτική βία, χωρίς δικό της κοινωνικό όραμα. Δεν επιχείρησε να αλλάξει τον τρόπο που οι Έλληνες σκέφτονται, απλώς να τους φοβίσει για να υπακούσουν. Γι’ αυτό και μετά την πτώση της, η κοινωνία γύρισε αμέσως στα κόμματα, στις εκλογές, στην «κανονικότητα». Δεν υπήρξε βαθιά μεταμόρφωση, ούτε κάποιο νέο κοινωνικό πρότυπο. Στη ρίζα του συστήματος έμεινε αυτό που ήδη υπήρχε από πριν.

Και εδώ μπαίνει ο ρόλος του Μεταξά. Η δικτατορία της 4ης Αυγούστου (1936-1941) δεν ήταν απλώς ένα καθεστώς καταστολής. Ήταν εργαστήριο κοινωνικής μηχανικής. Ο Μεταξάς ήθελε να φτιάξει νέο τύπο πολίτη: πειθαρχημένο, εθνικιστή, υποταγμένο στο κράτος-πατέρα. Για να το πετύχει αυτό, δεν αρκέστηκε στη βία. Δημιούργησε θεσμούς, δομές, ακόμα και συμβολισμούς που παραμένουν ζωντανοί μέχρι σήμερα. Η Εθνική Οργάνωση Νεολαίας (ΕΟΝ) είναι το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα: παιδιά και νέοι σε στολές, παρελάσεις, στρατιωτική εκπαίδευση, προπαγάνδα υπέρ του έθνους και της εξουσίας. Μέσα από την ΕΟΝ, ο Μεταξάς προσπάθησε να φυτέψει στο μυαλό μιας ολόκληρης γενιάς την ιδέα ότι το κράτος είναι οικογένεια και ο ηγέτης είναι ο «πατέρας». Δεν είναι τυχαίο ότι μέχρι σήμερα οι μαθητικές παρελάσεις και η στρατιωτική πειθαρχία στα σχολεία θυμίζουν έντονα εκείνες τις εποχές. Ο Μεταξάς επίσης κατάργησε κάθε μορφή ταξικής οργάνωσης. Τα ανεξάρτητα σωματεία διαλύθηκαν, οι απεργίες απαγορεύτηκαν, οι εργάτες δεν θεωρούνταν πια τάξη με συμφέροντα, αλλά «παιδιά του έθνους» που πρέπει να υπακούν. Στη θέση τους δημιουργήθηκαν κρατικά, ελεγχόμενα σωματεία, τα λεγόμενα «κίτρινα σωματεία». Αυτή η λογική –ότι το κράτος θα ελέγχει τους εργαζόμενους μέσα από δικές του οργανώσεις– έμεινε ζωντανή και μεταπολεμικά. Ακόμα και σήμερα, η δυσκολία να υπάρξει πραγματικά ανεξάρτητος, ταξικός συνδικαλισμός έχει ρίζες σε αυτή τη μεταξική κληρονομιά.

Στην εκπαίδευση, το αποτύπωμα του Μεταξά ήταν ακόμα πιο βαθύ. Το σχολείο έγινε εργαλείο ιδεολογικής κατήχησης. Η ιστορία γράφτηκε ξανά με βάση εθνικιστικά πρότυπα, η γλώσσα καθορίστηκε ώστε να υπηρετεί το τρίπτυχο «Πατρίς-Θρησκεία-Οικογένεια».

Η καθημερινότητα των μαθητών διαμορφώθηκε έτσι ώστε να τους διδάσκει υπακοή, πειθαρχία, πίστη στο έθνος. Αυτές οι πρακτικές δεν εξαφανίστηκαν ποτέ πραγματικά· απλώς προσαρμόστηκαν. Όποιος έχει πάει σε σχολική γιορτή ή έχει δει τις εθνικές παρελάσεις, βλέπει καθαρά πόσο βαθιά ριζωμένη είναι αυτή η λογική. Με λίγα λόγια, ο Μεταξάς έστησε το ιδεολογικό οικοδόμημα της ελληνικής Δεξιάς. Όταν ήρθε η Κατοχή και αργότερα ο Εμφύλιος, αυτά τα εργαλεία δεν χάθηκαν. Το παρακράτος, η αντικομμουνιστική προπαγάνδα, η λογική της «εθνικής οικογένειας» επιβίωσαν και πέρασαν σχεδόν ατόφια στη μετεμφυλιακή περίοδο. Έτσι, όταν η χούντα των συνταγματαρχών πήρε την εξουσία το 1967, δεν χρειάστηκε να δημιουργήσει τίποτα καινούριο. Απλώς χρησιμοποίησε το ιδεολογικό οπλοστάσιο που είχε φτιάξει ο Μεταξάς τριάντα χρόνια πριν. Η χούντα ήταν η ωμή, στρατιωτική εκδοχή αυτού που ο Μεταξάς είχε οικοδομήσει πολιτισμικά. Αν το σκεφτείς, μετά τη Μεταπολίτευση, τίποτα από αυτά δεν εξαφανίστηκε. Η Νέα Δημοκρατία δεν χρειάστηκε ποτέ να ανακαλύψει νέο αφήγημα. Είχε έτοιμο το τρίπτυχο «Πατρίς-Θρησκεία-Οικογένεια» για να κρατάει την κοινωνία σε πειθαρχία. Οι παρελάσεις συνεχίστηκαν, οι εθνικές γιορτές παρέμειναν ίδιες, ο έλεγχος των σωματείων και η κρατική επιρροή στους εργαζόμενους συνεχίστηκε με άλλα ονόματα. Ακόμα και η γλώσσα που χρησιμοποιούν οι πολιτικοί σήμερα, οι έννοιες της «ενότητας», της «πατρίδας που κινδυνεύει», της «προστασίας της οικογένειας» έχουν τις ρίζες τους στη 4η Αυγούστου. Όλα αυτά είναι σημάδια ότι ο Μεταξάς δεν έφυγε ποτέ πραγματικά. Η μορφή του κράτους άλλαξε, αλλά η ουσία του παρέμεινε ίδια. Γι’ αυτό και η σύγκριση μεταξύ Μεταξά και χούντας είναι άνιση. Η χούντα ήταν ένα ξαφνικό κύμα τρόμου που διήρκεσε επτά χρόνια. Ο Μεταξάς ήταν αυτός που έφτιαξε τον ίδιο τον ωκεανό μέσα στον οποίο κολυμπά ακόμα η ελληνική κοινωνία. Όταν βλέπουμε σήμερα νέες μορφές ακροδεξιάς να εμφανίζονται, δεν χρειάζεται να ψάχνουμε πολύ για να καταλάβουμε από πού αντλούν τη δύναμή τους. Δεν χρειάζονται νέο αφήγημα, γιατί το αφήγημα υπάρχει ήδη από το 1936. Το μόνο που κάνουν είναι να του αλλάζουν ονόματα και πρόσωπα, κρατώντας αναλλοίωτη την ουσία. Οπότε, όταν μιλάμε για τη χούντα, ας μην ξεχνάμε τον Μεταξά. Γιατί η χούντα πέρασε, αλλά ο Μεταξάς ζει μέσα στους θεσμούς, στην εκπαίδευση, στη γλώσσα και στις συνήθειες μας. Κι αν θέλουμε πραγματικά να καταλάβουμε πώς λειτουργεί η σημερινή εξουσία, πρέπει να κοιτάξουμε βαθύτερα. Όχι μόνο στα τανκς και στους στρατιώτες του ’67, αλλά στις δομές που χτίστηκαν το ’36 και που συνεχίζουν να μας διαμορφώνουν. Ο Μεταξάς δεν είναι μόνο ιστορία. Είναι το παρόν που αναπαράγεται, μέχρι να αποφασίσει ο λαός να το γκρεμίσει οριστικά.

Search
Share:

Σε αυτό το άρθρο θα δούμε:

Συντάκτης

Picture of Μωυσίδης Χαράλαμπος

Μωυσίδης Χαράλαμπος

Συγγραφέας με Διαλεκτικοϋλιστική Ανάλυση, Μαρξική Κριτική και Πρόταση

Αρθρογραφία