Η ιστορική αλήθεια της Οδησσού – Ο ελληνισμός εντός της Ρωσικής Αυτοκρατορίας : Η Οδησσός, ως ιστορική πόλη-σταυροδρόμι της νοτιοανατολικής Ευρώπης και της Μαύρης Θάλασσας, δεν ανήκε ποτέ στην Ουκρανία με την πολιτική και εθνοτική έννοια του όρου. Αντιθέτως, αποτέλεσε ένα δυναμικό αστικό μόρφωμα της Ρωσικής Αυτοκρατορίας, δομημένο στη λογική της κοσμοπολίτικης εμπορικής ανάπτυξης, όπου ο ελληνισμός εγκαθίσταται όχι ως μειονοτική εξαίρεση, αλλά ως οργανική δύναμη με πολιτική, οικονομική και πολιτισμική επιρροή. Η επίκληση των λεγόμενων «ιστορικών δεσμών της Ελλάδας με την Ουκρανία» από τον σημερινό Έλληνα πρωθυπουργό, κατά τη διάρκεια της επίσκεψής του στην Οδησσό, συνιστά όχι απλώς παραχάραξη της ιστορίας, αλλά εργαλειακή υποταγή της ιστορικής μνήμης σε άμεσα γεωπολιτικά αφηγήματα δυτικής κατασκευής.
Η ίδρυση της Οδησσού το 1794 από τη Ρωσική Αυτοκρατορία και η ενσωμάτωσή της στον ευρύτερο μηχανισμό των νέων νοτίων επαρχιών που οργανώθηκαν από την Αικατερίνη Β’, αποτέλεσαν συνέπεια των νικηφόρων ρωσοτουρκικών πολέμων. Το ίδιο το όνομα της πόλης επιλέγεται από τη ρωσική αυλή, με αναφορά στην αρχαιοελληνική αποικία Οδησσός (στη σημερινή Βουλγαρία), γεγονός που αποδεικνύει ότι το «ελληνικό στοιχείο» χρησιμοποιείται στη βάση της γεωπολιτισμικής ταυτότητας που ήθελε να οικοδομήσει τότε η Ρωσία για τις νέες της επαρχίες στη Μαύρη Θάλασσα. Οι Έλληνες που εγκαθίστανται στην Οδησσό — έμποροι από τα Ιόνια νησιά, τη Χίο, την Κωνσταντινούπολη, τις Κυκλάδες και τις μικρασιατικές ακτές — συνθέτουν πολύ σύντομα έναν από τους ισχυρότερους διασπορικούς πληθυσμούς του νεότερου ελληνισμού. Δεν ήταν η Οδησσός «ουκρανική πόλη που φιλοξένησε Έλληνες», αλλά μία ρωσική αυτοκρατορική πόλη με ελληνική συνιστώσα, οργανικά ενταγμένη στην οικονομική και πολιτιστική της ζωή. Το 1814, μέσα σ’ αυτή τη συνθήκη και υπό την ευμενή ανοχή της ρωσικής εξουσίας, ιδρύεται η Φιλική Εταιρεία από τον Εμμανουήλ Ξάνθο, τον Νικόλαο Σκουφά και τον Αθανάσιο Τσακάλωφ. Δεν πρόκειται για τυχαία επιλογή τόπου· είναι το αποτέλεσμα του γεγονότος ότι η Οδησσός είχε ήδη εξελιχθεί σε ασφαλή χώρο για την πολιτική και θεωρητική συγκρότηση του εθνικού σχεδίου της ελληνικής ανεξαρτησίας, μακριά από την οθωμανική επιτήρηση, αλλά κοντά στα γεωπολιτικά κέντρα ισχύος και στην οικονομική ισχύ της ελληνικής διασποράς. Η αστική δυναμική του ελληνισμού της Οδησσού αποτυπώνεται με θεσμικό τρόπο: ίδρυση σχολείων, εμπορικών εταιρειών, τυπογραφείων, ακόμη και εκδοτικών προσπαθειών. Οι Έλληνες της περιοχής συμμετείχαν ενεργά στο διεθνές εμπόριο σιτηρών και ειδών πρώτης ανάγκης, και είχαν ευρείες διασυνδέσεις με ευρωπαϊκές αγορές και εφοπλιστικά δίκτυα. Η Οδησσός αποτέλεσε για πολλές δεκαετίες το σημαντικότερο διανοητικό και οικονομικό προγεφύρωμα της ελληνικής αστικής τάξης στην Ανατολή. Το δε στοιχείο της διανόησης — με Έλληνες διανοούμενους, λόγιους και εμπόρους που συνέδεαν την πατριωτική ιδέα με τον Ευρωπαϊκό Διαφωτισμό και τις μεταρρυθμίσεις της ρωσικής αυλής — εγκαθιστά μια μορφή πολιτισμικής πρωτοπορίας που αναιρεί πλήρως την ιδέα ότι ο ελληνισμός υπήρξε απλώς φιλοξενούμενος σε ξένο τόπο. Την ίδια στιγμή, η ίδια η έννοια της «Ουκρανίας» είναι ιστορικά απροσδιόριστη κατά τον 18ο και 19ο αιώνα. Το ουκρανικό εθνοτικό στοιχείο υπήρχε ασφαλώς σε περιοχές της σημερινής Ουκρανίας, αλλά δεν υπήρχε καμία θεσμική υπόσταση ή πολιτική ενότητα που να συνιστά έθνος-κράτος ή διοικητική εστία. Η έννοια της «Ουκρανικής Δημοκρατίας» εμφανίζεται στιγμιαία μετά τη Ρωσική Επανάσταση του 1917, διαλύεται μέσα σε εμφύλιες συγκρούσεις, και η περιοχή εντάσσεται ξανά στην ΕΣΣΔ, αυτή τη φορά ως Σοβιετική Σοσιαλιστική Δημοκρατία Ουκρανίας. Μόλις το 1991, μετά τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης, ανακηρύσσεται η σύγχρονη Ουκρανία ως ανεξάρτητο κράτος. Το να μιλά, λοιπόν, κανείς για «ιστορικούς δεσμούς της Ελλάδας με την Ουκρανία», τη στιγμή που το ουκρανικό κράτος δεν υπήρχε καν όταν ο ελληνισμός άνθιζε στην Οδησσό, αποτελεί μορφή ιστορικού αναχρονισμού. Πρόκειται για τη μεταφορά στο παρελθόν μιας σημερινής πολιτικής οντότητας, με σκοπό τη νομιμοποίηση γεωπολιτικών συμμαχιών μέσω της ιστορίας. Όμως, η ιστορία δεν είναι διπλωματικό εργαλείο προς χρήση κατά βούληση. Η εργαλειοποίησή της από τη σύγχρονη εξωτερική πολιτική συνιστά επικίνδυνη πράξη κατασκευής ψευδών συνειρμών, ικανή να προκαλέσει διαστρέβλωση της ιστορικής συνείδησης των ίδιων των Ελλήνων. Από αυτή την άποψη, η επίσκεψη του Κυριάκου Μητσοτάκη στην Οδησσό και οι δηλώσεις περί “φυσικών δεσμών” με την Ουκρανία, δεν είναι ούτε αθώες, ούτε αβλαβείς. Αντίθετα, αποκαλύπτουν τη βαθιά προσήλωση της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής στο αφήγημα της Δύσης και τη διατεταγμένη “ιστορική ερμηνεία” που αυτό το αφήγημα επιβάλλει. Δεν είναι η αλήθεια που διατυπώνεται, αλλά η σκοπιμότητα που επιλέγεται. Και απέναντι σε αυτή την πρακτική, η ανάκτηση της πραγματικής ιστορικής ταυτότητας της Οδησσού και του ελληνισμού εντός αυτής καθίσταται όχι μόνο επιστημονική υποχρέωση, αλλά και πολιτική αντίσταση απέναντι στον πολιτιστικό αποικισμό της μνήμης.
Η εξωτερική πολιτική της Ελλάδας ως εργαλείο υποταγής – Από την Αλεξανδρούπολη στην Οδησσό : Η τρέχουσα εξωτερική πολιτική της Ελλάδας δεν αποτελεί αυτόνομη στρατηγική εθνικής επιβίωσης και ιστορικής συνέχειας, αλλά μια μηχανιστική μεταφορά επιταγών του δυτικού ιμπεριαλισμού στον γεωπολιτικό χώρο του ελληνισμού. Η περίπτωση της Οδησσού αποκαλύπτει με εκκωφαντική σαφήνεια τον τρόπο με τον οποίο η ελληνική κρατική εξωτερική πολιτική λειτουργεί ως διαχειριστής εξωτερικών αφηγήσεων, παρά ως φορέας εθνικής πρωτοβουλίας. Η σύνδεση της Οδησσού με την Αλεξανδρούπολη μέσω του λεγόμενου «στρατηγικού διαδρόμου της ελευθερίας» (όπως διατυπώθηκε από τον ίδιο τον Πρωθυπουργό), δεν συγκροτείται με γνώμονα τις ιστορικές σχέσεις ή τα πολιτισμικά βάρη της Ελλάδας στην περιοχή. Αντίθετα, εξυπηρετεί ένα προδιαγεγραμμένο σχέδιο διείσδυσης του ΝΑΤΟ και των αμερικανικών ενεργειακών και στρατιωτικών συμφερόντων στον άξονα Βαλκάνια – Μαύρη Θάλασσα – Καύκασος.
Η Αλεξανδρούπολη, από πύλη εμπορίου και ενεργειακού ελέγχου της Βαλκανικής, μετατρέπεται σταδιακά σε κόμβο αμερικανικών στρατιωτικών μεταφορών προς την Ανατολική Ευρώπη και την Ουκρανία. Το λιμάνι, η σιδηροδρομική υποδομή, η συνδεσιμότητα με το ΝΑΤΟϊκό logistics network, όλα δείχνουν ότι πρόκειται για στρατηγική αναβάθμιση όχι προς όφελος του ελληνικού λαού, αλλά ως παραχώρηση εθνικής εδαφικότητας για την εξυπηρέτηση των συμφερόντων της Δύσης. Σε αυτή τη βάση, η «ένωση» της Αλεξανδρούπολης με την Οδησσό, όχι μόνο φυσικοποιεί τον ρόλο της Ελλάδας ως δορυφόρου της Νέας Τάξης, αλλά υποβαθμίζει και την ιστορική σημασία της Οδησσού ως χώρου ελληνικής χειραφέτησης: μετατρέπεται από τόπο πατριωτικής μυστικότητας σε πεδίο στρατιωτικής συνδιαχείρισης.
Η παρουσίαση αυτής της κατεύθυνσης ως «γεωστρατηγικής πρωτοβουλίας» από την κυβέρνηση είναι προσχηματική. Δεν πρόκειται για σχεδιασμό, αλλά για κανονισμένη στοίχιση. Από τη βάση της Σούδας στην Κρήτη μέχρι την Αλεξανδρούπολη, το ελληνικό κράτος προσφέρει ό,τι μπορεί να διαθέσει — έδαφος, λιμάνια, εναέριους χώρους — για την εφαρμογή ενός σχεδίου που έχει διαμορφωθεί εκτός συνόρων. Η Οδησσός, σε αυτό το πλαίσιο, δεν είναι τίποτα περισσότερο από σημείο-κόμβος στο ψηφιακό χάρτη της γεωπολιτικής μετά το 2022, και η ελληνική εξωτερική πολιτική περιορίζεται στον ρόλο της νομιμοποιητικής παρουσίας. Η διαρκής επίκληση της «ελευθερίας της Ουκρανίας» και της «απειλής του αναθεωρητισμού» από τη Ρωσία, μετατρέπεται σε ιδεολογικό άλλοθι για την ακύρωση της πολυδιάστατης εξωτερικής πολιτικής. Η Ελλάδα, ιστορικά τοποθετημένη σε θέση ενδιάμεσης γεωπολιτικής ταυτότητας — ευρωπαϊκή, βαλκανική, ανατολική, ορθόδοξη — εγκαταλείπει το μοναδικό της πλεονέκτημα: τη δυνατότητα πολλαπλής πρόσβασης και διαπραγμάτευσης με όλους τους ισχυρούς πόλους. Σήμερα, προσκολλάται με στρατιωτική συνέπεια στην αμερικανική στρατηγική περικύκλωσης της Ρωσίας, τη στιγμή που η Τουρκία, διατηρώντας δίαυλο με Ρωσία, ΗΠΑ, Ιράν και Κίνα, καθίσταται αυτόνομος παίχτης στην ίδια περιοχή. Η υπαγωγή της Οδησσού στο εθνικό αφήγημα της Ελλάδας ως «φυσικός εταίρος σε μια απελευθερωμένη Ουκρανία», διαστρεβλώνει όχι μόνο την πραγματική ιστορία του ελληνισμού, αλλά και τις δομικές σχέσεις της ίδιας της Ελλάδας με τον ανατολικό κόσμο. Η Οδησσός, ως χώρος ένταξης της ελληνικής διασποράς στη ρωσική κρατική διοίκηση, συνιστά κεφάλαιο της ανατολικής ιστορίας του ελληνισμού. Η σύγχρονη ταύτιση με την Ουκρανία, πέραν του ότι είναι ιστορικά αστήρικτη, είναι και πολιτικά αυτοκαταστροφική: αγνοεί τις μακροχρόνιες πνευματικές, θεσμικές και θρησκευτικές σχέσεις με τον ρωσικό λαό, και τροφοδοτεί τη ρωσοφοβία χωρίς αναλυτική ικανότητα. Πέρα από το πολιτισμικό και ιστορικό σκέλος, η ελληνική εξωτερική πολιτική δημιουργεί πραγματικούς κινδύνους ασφάλειας. Μετατρέποντας την Αλεξανδρούπολη και τη Βόρεια Ελλάδα σε κόμβους ανεφοδιασμού της Ουκρανίας, και κατ’ επέκταση του ΝΑΤΟ, εισάγει τη χώρα στον χάρτη στόχων της ρωσικής αντεπίθεσης. Αυτό δεν είναι υπόθεση – είναι διατυπωμένη θέση της ρωσικής ηγεσίας: οι χώρες που εξοπλίζουν την Ουκρανία ή παρέχουν κρίσιμες υποδομές, παύουν να είναι ουδέτερες. Όταν η Ελλάδα εμφανίζεται ως ενεργό μέλος ενός τέτοιου μηχανισμού, χάνει τη δυνατότητα ουδετερότητας, ακυρώνει την ιστορική της θέση ως ενδιάμεσης δύναμης και καθιστά τον εαυτό της δυνητικά επισφαλή. Η προσχηματική επίκληση της Φιλικής Εταιρείας, της ελληνικής παρουσίας στην Οδησσό και των «δεσμών φιλίας» δεν αντέχει σε σοβαρή θεωρητική ανάλυση. Η ιστορική Οδησσός, κοσμοπολίτικη και αυτοκρατορική, φιλοξένησε Έλληνες εντός ρωσικού θεσμικού πλαισίου, όχι σε καθεστώς ουκρανικού εθνικισμού. Η σημερινή Ουκρανία, με τις νομοθεσίες που περιορίζουν τις μειονότητες, τις διώξεις κατά της ρωσικής γλώσσας και τις πρακτικές φίμωσης του αντιπολεμικού λόγου, δεν έχει καμία σχέση με τον πλουραλισμό που έθρεψε τον ελληνισμό της Οδησσού. Το να συνδέεται η παρουσία Ελλήνων με το σημερινό καθεστώς του Κιέβου, είναι όχι απλώς σφάλμα – είναι αντίστροφη ιστορική μετάθεση, που εξυπηρετεί μόνο επικοινωνιακούς σκοπούς και εξωτερικές επιταγές. Η στρατηγική της κυβέρνησης Μητσοτάκη, επομένως, δεν είναι απλώς γεωπολιτικά προβληματική. Είναι θεωρητικά κενή, διπλωματικά μονοσήμαντη και εσωτερικά καταστροφική. Εγκαταλείπει την παράδοση του ελληνικού διπλού διαλόγου — με Δύση και Ανατολή — και προσδένεται άκριτα σε ένα ιμπεριαλιστικό δόγμα, το οποίο δεν επιφυλάσσει για την Ελλάδα τίποτε άλλο πέρα από τον ρόλο του περιφερειακού εκτελεστή διαταγών.
Ο αποικισμός της μνήμης και η ανάγκη επιστροφής σε ιστορική αλήθεια ως πολιτική πράξη : Ο πραγματικός κίνδυνος της εξωτερικής πολιτικής που ασκείται σήμερα από την ελληνική κυβέρνηση δεν περιορίζεται στην άμεση γεωστρατηγική της μονομέρεια. Ο βαθύτερος και διαρκέστερος κίνδυνος είναι η συστηματική αποδόμηση της ιστορικής αυτοσυνείδησης του ελληνισμού, μέσω της εργαλειοποίησης της μνήμης, της ταύτισης του παρελθόντος με τις εκάστοτε δυτικές επιταγές και της αποκοπής από τα θεμελιακά ιστορικά συμφραζόμενα της ύπαρξής του. Η Οδησσός, σε αυτό το πλαίσιο, δεν είναι απλώς μια πόλη. Είναι ο καθρέφτης μιας μνήμης που καταστέλλεται προκειμένου να κατασκευαστεί μια ψευδής συνέχεια: μια μνήμη όπου οι Έλληνες της Ρωσικής Αυτοκρατορίας μετατρέπονται σε “Έλληνες φίλους της Ουκρανίας”, μια μνήμη όπου η Φιλική Εταιρεία γίνεται πρόδρομος φιλελεύθερης επέμβασης, μια μνήμη όπου το διαφωτιστικό στοιχείο αφομοιώνεται σε ψευδοαντιπαραθέσεις του ΝΑΤΟικού κόσμου με τον «αυταρχισμό». Η αποδοχή αυτού του νέου ιστορικού αφηγήματος συνιστά καθεστώς αποικισμού της μνήμης, διότι εκφράζει μία θεσμική βία εναντίον της ίδιας της ιστορικής συνέχειας του ελληνισμού. Δεν είναι ζήτημα “απλής παρανόησης” ή “πολιτικής ρητορικής”, αλλά μία ενεργή διαδικασία εκκαθάρισης της ιστορικής ύλης και της ιδεολογικής χρήσης της, έτσι ώστε ο ελληνισμός να αποκτήσει μια «ευθυγραμμισμένη» ιστορία, πλήρως συμβατή με τα ιδεολογικά όρια του ΝΑΤΟ και της ΕΕ. Στην Οδησσό δεν επιτρέπεται να υπάρξει ρωσική ταυτότητα. Δεν επιτρέπεται να υπάρξει κοινή σλαβοελληνική μνήμη. Δεν επιτρέπεται να υπάρχει χώρος που συνδέει τον ελληνισμό με την Ανατολή. Όλα αυτά σιωπηλά ακυρώνονται στο όνομα μιας ιστορικής επιλεκτικότητας, που δεν υπηρετεί την αλήθεια, αλλά τις παγκόσμιες ανάγκες ενός συγκεκριμένου γεωστρατηγικού αφηγήματος.
Σε αυτή τη διαδικασία, η Ελλάδα χάνει τη δυνατότητα να σκέφτεται ιστορικά και να μιλά ως ιστορική δύναμη. Από παράγοντας νοηματοδότησης και πολιτισμικής γεφύρωσης — όπως ήταν στο παρελθόν — μετατρέπεται σε ουραγό αφηγήσεων που διατυπώνονται αλλού. Η χώρα που παρήγαγε τον διαφωτισμό της Ανατολής (Ρήγας, Κοραής, Φιλική Εταιρεία), σήμερα συμβάλει στον σκοταδισμό της ιστορικής απλοποίησης και της διπλωματικής υποτέλειας. Η πολιτική της κυβέρνησης Μητσοτάκη, μέσω της άκριτης αναπαραγωγής των αμερικανικών και ΝΑΤΟϊκών θέσεων περί Ουκρανίας, Ρωσίας και Μαύρης Θάλασσας, συμμετέχει ενεργά στην παραγωγή ψευδούς ιστορικής συνείδησης. Η απάντηση σε αυτή την κρίση δεν μπορεί να είναι απλώς επιστημονική. Πρέπει να είναι πολιτική και θεωρητική. Πρέπει να ανασυστήσουμε την έννοια του ελληνισμού όχι ως μονοσήμαντης εθνοτικής αναφοράς, αλλά ως πολιτισμικού ιστορικού φαινομένου με γεωγραφικό εύρος, ιδεολογική πολυπλοκότητα και θεσμική εμπλοκή σε χώρους έξω από το σημερινό έθνος-κράτος. Η Οδησσός είναι μέρος αυτής της γεωγραφίας. Είναι τόπος στον οποίο συγκροτήθηκε ο ελληνικός εθνισμός ως πράξη διαφωτισμού, πράξη κοινωνικής συνωμοσίας, πράξη ελευθερίας — όχι ως προέκταση του Δυτικού ορθολογισμού, αλλά ως απάντηση στην απολυταρχία του σουλτάνου μέσα από το σώμα μιας αυτοκρατορίας που παρείχε χώρους κινήσεων και δυνατοτήτων. Η σημερινή εξωτερική πολιτική, που αντιμετωπίζει την Οδησσό ως προκεχωρημένο φυλάκιο του δυτικού κόσμου, προδίδει το ίδιο της το παρελθόν. Κανένας από τους ιδρυτές της Φιλικής Εταιρείας δεν θα αποδεχόταν την εξίσωση της παλιάς Ρωσικής Αυτοκρατορίας με την ουκρανική φιλελεύθερη αφήγηση. Κανένας πατριώτης Έλληνας του 19ου αιώνα δεν θα θεωρούσε ότι μπορεί η ελευθερία να οικοδομηθεί μέσω ΝΑΤΟϊκής υποταγής. Και καμία ιστορική συνείδηση δεν μπορεί να επιτρέψει τον εξοβελισμό του ρωσικού πλαισίου από την πολιτική γεωγραφία του ελληνισμού. Η εξάλειψη της Ανατολής από τη μνήμη του ελληνισμού είναι συστημικό στοιχείο της απονεύρωσής του ως ιστορικού και πολιτικού υποκειμένου. Χρειάζεται σήμερα μια ριζική πολιτική και θεωρητική αναθεώρηση. Όχι εθνικιστική· όχι ρωσοκεντρική· αλλά ιστορικά υλιστική, διαλεκτική και χειραφετητική. Ο ελληνισμός δεν μπορεί να υπάρξει ως μεταφραστής του ΝΑΤΟΪκού κώδικα. Ο ελληνισμός οφείλει να είναι παραγωγός δικού του λόγου, με αναφορά στην ιστορική του υλικότητα, στην ταξική του διάρθρωση και στην πολιτισμική του διασπορά. Αυτό σημαίνει ότι η Οδησσός δεν είναι Ουκρανία — ούτε ποτέ υπήρξε. Είναι χώρος ελληνορωσικής σύγκλισης, χώρος ιστορικής δυνατότητας, χώρος που φέρει τις προϋποθέσεις μιας άλλης ερμηνείας του παρελθόντος. Και ως τέτοιος πρέπει να διεκδικηθεί ξανά. Όχι ως κτήση, αλλά ως αλήθεια. Αυτός είναι ο δρόμος: η επιστροφή στην ιστορική μνήμη όχι ως νοσταλγία, αλλά ως πολιτική ανάκτηση δυνατότητας. Η άρνηση του ψεύδους όχι ως ηθική πράξη, αλλά ως πράξη επιβίωσης. Η υπεράσπιση της αλήθειας όχι από μουσειακό καθήκον, αλλά ως απαραίτητο βήμα για την ύπαρξη ενός αυτόνομου πολιτισμικού και πολιτικού ελληνισμού. Και αυτή η αλήθεια αρχίζει από τη φράση που σήμερα είναι η πιο ριζοσπαστική φράση που μπορεί να ειπωθεί στην ελληνική εξωτερική πολιτική:
Η Οδησσός δεν είναι Ουκρανία.





