Η δολοφονία της 59χρονης στη Θεσσαλονίκη δεν είναι απλώς ένα «οικογενειακό δράμα», όπως επιμένουν να το παρουσιάζουν τα δελτία ειδήσεων. Είναι η κορυφή ενός παγόβουνου που κρύβει από κάτω του την πλήρη εγκατάλειψη της κοινωνίας μας απέναντι στη Φροντίδα. Μια γυναίκα που μόλις είχε βγει από το νοσοκομείο μετά από εγκεφαλικό βρέθηκε ξαφνικά εγκλωβισμένη στο σπίτι της, εξαρτημένη απόλυτα από τον αδελφό της, ο οποίος δεν είχε ούτε στήριξη, ούτε εκπαίδευση, ούτε ανάσα. Το νοσοκομείο έδωσε εξιτήριο, το κράτος δεν έδωσε καμία συνέχεια, η κοινωνία σιώπησε. Και έτσι, η Φροντίδα, που θα έπρεπε να είναι κοινό δικαίωμα και συλλογική ευθύνη, μετατράπηκε σε ιδιωτικό βάρος που συνθλίβει και τους δύο: και τον φροντιζόμενο και τον φροντιστή. Στον καπιταλισμό, η Φροντίδα ιδιωτικοποιείται. Αντί να οργανώνεται κοινωνικά, την φορτώνουν στους συγγενείς, σαν να είναι προσωπικό τους πρόβλημα. Αυτό που θα έπρεπε να γίνεται με επιστημονική στήριξη, με νοσηλευτές, με ψυχολογική υποστήριξη, με αναπνοή και ανάπαυση, γίνεται κρυφή, αόρατη εργασία μέσα σε σπίτια κλειστά. Και όταν αυτή η εργασία γίνεται υπό πίεση, χωρίς βοήθεια, χωρίς καμία αναγνώριση, μετατρέπεται σε βία. Όχι γιατί ο φροντιστής είναι «τέρας», αλλά γιατί είναι μόνος μέσα σε έναν ρόλο που τον ξεπερνά.
Ο 50χρονος που σκότωσε την αδελφή του δεν γεννήθηκε φονιάς.
Η κοινωνία τον έκανε. Τον άφησε μόνο, χωρίς κανένα δίκτυο στήριξης, να σηκώνει ένα φορτίο που καμία αγάπη, όσο βαθιά κι αν είναι, δεν μπορεί από μόνη της να σηκώσει. Και όταν η αγάπη στρεβλώνεται από την εξουθένωση, τη μοναξιά και την απελπισία, τότε μπορεί να μετατραπεί σε καταστροφή. Αυτό το έγκλημα δεν είναι μεμονωμένο. Είναι η φυσική συνέπεια ενός συστήματος που βλέπει τους ευάλωτους σαν «βάρος» και τους φροντιστές σαν «ιδιωτική υπόθεση». Κάθε μέρα, χιλιάδες οικογένειες ζουν σιωπηλά την ίδια κόλαση: χωρίς φροντίδα, χωρίς υποστήριξη, χωρίς ελπίδα. Και η πολιτεία εξαφανίζεται, αφήνοντας τους ανθρώπους να πνιγούν στο ίδιο τους το σπίτι.
Αν υπήρχε Κοινωνία της Φροντίδας, όπου η φροντίδα θα ήταν δικαίωμα και όχι προνόμιο, όπου το κράτος θα είχε οργανωμένα δίκτυα στήριξης, επισκέψεις κατ’ οίκον, προσωρινή φιλοξενία ασθενών, ψυχολογική υποστήριξη για τους φροντιστές, αυτό το έγκλημα δεν θα είχε συμβεί. Η ίδια η ύπαρξη τέτοιων δομών θα έπνιγε την απόγνωση πριν αυτή γίνει στραγγαλισμός. Η πραγματική ερώτηση δεν είναι «γιατί το έκανε». Η πραγματική ερώτηση είναι:
Γιατί το κράτος και η κοινωνία μας τον άφησαν να φτάσει εκεί;
Γιατί θεωρούμε φυσιολογικό να αφήνουμε ανθρώπους μόνους, με ασθενείς συγγενείς, χωρίς καμία βοήθεια;
Γιατί να πρέπει η Φροντίδα να είναι πηγή βίας και όχι πηγή ζωής;
Αυτό το έγκλημα είναι καθρέφτης της συλλογικής μας αποτυχίας. Κάθε φορά που μια τραγωδία συμβαίνει μέσα σε ένα σπίτι, πρέπει να θυμόμαστε: Δεν φταίει μόνο το άτομο. Φταίει ένα ολόκληρο σύστημα που κάνει τη Φροντίδα αόρατη. Αν θέλουμε πραγματικά να μην ξαναδούμε τέτοια εγκλήματα, δεν αρκεί να καταδικάσουμε τον δράστη. Πρέπει να καταργήσουμε τις συνθήκες που γέννησαν την πράξη του. Πρέπει να χτίσουμε μια κοινωνία όπου κανένας άνθρωπος δεν θα είναι μόνος, ούτε στη φροντίδα που δίνει, ούτε στη φροντίδα που χρειάζεται.
Η Φροντίδα δεν είναι ατομικό χρέος. Είναι συλλογική ευθύνη.
Και όσο την αφήνουμε στα χέρια της τύχης, θα μετράμε κι άλλες ζωές που χάνονται σιωπηλά, μέχρι να γίνει το επόμενο πρωτοσέλιδο.





