Δύο άνθρωποι δολοφονημένοι σε έναν τόπο που γεννήθηκε για ησυχία και καλοκαίρι. Και ξαφνικά, όλοι ρωτούν: «πώς γίνεται;» «τι έπαθε ο κόσμος;». Μα ο κόσμος δεν έπαθε τίποτα καινούργιο· είναι αυτός ο κόσμος. Η βία δεν ήρθε απ’ έξω. Γεννήθηκε από το ίδιο έδαφος που ποτίσαμε με την ιδέα του “δικού μου”.
Από τη στιγμή που η ζωή του ανθρώπου ορίζεται με στρέμματα, συμβόλαια, διαθήκες, η βία δεν είναι παρέκκλιση — είναι το τίμημα του φυσιολογικού. Η ιδιοκτησία δεν είναι πια εργαλείο· έγινε δόγμα.
Και κάθε δόγμα χρειάζεται τη δική του θυσία.
Ο Μαρξ έγραψε πως η βία είναι η μαμή κάθε παλιάς κοινωνίας που κυοφορεί τη νέα. Μόνο που εδώ, η βία δεν γεννά τίποτα.
Δεν κυοφορεί, καταναλώνει.
Τρώει τη σάρκα των ανθρώπων και αφήνει πίσω της έναν κόσμο που δεν ξέρει πια να ξεχωρίσει την επιβίωση από την απληστία.
Η Φοινικούντα δεν είναι τόπος εγκλήματος· είναι το πρόσωπο της κανονικότητας όταν πέσει το φως.
Η μικροαστική Ελλάδα, που έμαθε να ορίζει τον εαυτό της μέσα από τα τετραγωνικά και τις κληρονομιές, είδε στον καθρέφτη της το αποτέλεσμα: τον φόνο ως πράξη ιδιοκτησίας.
Όταν ο άνθρωπος χάνει την κοινωνικότητά του, όταν η σχέση με τον άλλον γίνεται σχέση με αντικείμενα, τότε το χέρι που υπογράφει το συμβόλαιο και το χέρι που τραβά τη σκανδάλη είναι το ίδιο χέρι.
Αυτό δεν είναι τραγωδία — είναι η λογική της ιδιοκτησίας που ολοκληρώνει τον κύκλο της.
Κι αν κάτι μας μένει, είναι να δούμε πως ο πολιτισμός μας δεν κινδυνεύει απ’ τους “παράφρονες”, αλλά απ’ την παράνοια της κανονικότητας.





