Η ερώτηση φαίνεται απλή: Μαραντόνα ή Πελέ; Δύο μεγάλες ποδοσφαιρικές φιγούρες, δύο διαφορετικές εποχές, δύο διαφορετικά στυλ. Όμως για τον Μαρξιστή, η απάντηση δεν κρίνεται στο πόσα γκολ έβαλαν ή πόσα Μουντιάλ κατέκτησαν. Κρίνεται στη θέση τους μέσα στην κοινωνική σύγκρουση. Ο Πελέ υπήρξε θρύλος του γηπέδου. Ο Μαραντόνα υπήρξε θρύλος της τάξης του. Ο πρώτος έγινε πρεσβευτής του FIFA–θεάματος. Ο δεύτερος έμεινε παιδί των φτωχών, ενοχλητικός, ανυπότακτος, ιστορικός.
Γι’ αυτό, για τον Μαρξιστή η επιλογή είναι πολιτική και ταξική. Επιλέγει τον Ντιέγκο Αρμάντο Μαραντόνα.
1. Ο Πελέ και η Εξουσία: Ο Αψεγάδιαστος Πρέσβης
Ο Πελέ, αδιαμφισβήτητα ένας από τους κορυφαίους παίκτες όλων των εποχών, έγινε παγκόσμιο σύμβολο της Βραζιλίας. Υπήρξε όμως και παράδειγμα ενσωμάτωσης. Κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής δικτατορίας στη Βραζιλία (1964–1985), ο Πελέ δεν πήρε ποτέ δημόσια θέση κατά του καθεστώτος. Έπαιξε, σκόραρε, αναγνωρίστηκε, τίμησε τη χώρα του – αλλά δεν συγκρούστηκε ποτέ με αυτήν.
Η εικόνα του χτίστηκε πάνω σε μια αψεγάδιαστη δημόσια περσόνα: ευγενής, καθαρός, προβλέψιμος, συμβατικός. Έγινε πρεσβευτής της FIFA, υπουργός αθλητισμού, τηλεοπτική φιγούρα. Δεν ταρακούνησε ποτέ το σύστημα. Το υπηρέτησε με στιλ. Για τον απλό άνθρωπο της φαβέλας, ο Πελέ ήταν μακρινός – ήρωας, αλλά απρόσιτος. Δεν μίλησε για την πείνα, τον ρατσισμό, την καταπίεση.
Κι όπως έλεγε ο Μαρξ:
«Οι ιδέες της κυρίαρχης τάξης είναι οι κυρίαρχες ιδέες της κάθε εποχής.»
Ο Πελέ εντάχθηκε ακριβώς σε αυτό: σε ένα αθλητικό αφήγημα αποπολιτικοποιημένο, καθαρό, καταναλώσιμο.
2. Ο Μαραντόνα και η Τάξη του: Ο Γιος της Φτωχογειτονιάς
Ο Μαραντόνα δεν ήταν τέλειος. Ήταν πραγματικός. Δεν υπήρξε ποτέ «ουδέτερος». Μεγαλωμένος στο Βίγια Φιορίτο, φτωχογειτονιά του Μπουένος Άιρες, αναδείχθηκε ως ποδοσφαιρικό φαινόμενο και ταυτόχρονα πολιτικός εκφραστής της εργατικής τάξης της Λατινικής Αμερικής. Δεν είναι απλώς ότι υποστήριξε τον Τσάβες, τον Κάστρο, τον Μοράλες. Είναι ότι δεν υπήρξε ποτέ υποτελής:
- Επέκρινε την FIFA: «Μια μαφία με κουστούμια».
- Κατηγόρησε το Βατικανό: «Χρυσές οροφές για να τρώνε τα παιδιά από τα σκουπίδια».
- Δεν συνεργάστηκε ποτέ με τους στρατηγούς της Αργεντινής.
- Δεν κολάκεψε ποτέ την αστική τάξη.
Η μεγαλύτερη του στιγμή δεν είναι καν το Μουντιάλ του 1986. Είναι ότι σήκωσε στις πλάτες του τη Νάπολη, την καταφρονημένη πόλη του ιταλικού Νότου, και την έβαλε να νικήσει τη βόρεια ελίτ της Γιουβέντους και του Μιλάνου. Για τον Μαραντόνα, το ποδόσφαιρο δεν ήταν καριέρα· ήταν τάξη, περηφάνια, ιστορία.
3. Το Χέρι του Θεού – Η Γροθιά του Φτωχού
Η πιο διάσημη φάση της καριέρας του είναι ένα γκολ με το χέρι. Όχι με το πόδι. Όχι με τέχνη. Αλλά με εξυπνάδα και θράσος, απέναντι στην Αγγλία – μια χώρα που λίγα χρόνια πριν βομβάρδισε τις Μαλβίνες και ταπείνωσε την Αργεντινή. Ο Μαραντόνα το αποκάλεσε «Χέρι του Θεού», αλλά ήταν κάτι πιο βαθύ: ήταν η λαϊκή εκδίκηση, η απάντηση των καταπιεσμένων με τα μέσα που έχουν.
Ο Πελέ δεν θα το έκανε ποτέ. Ο Μαραντόνα το έκανε γιατί δεν ένιωθε ποτέ «αθλητής των σαλόνιών». Ήταν οργισμένος, σκοτεινός, ανθρώπινος. Και γι’ αυτό, αγαπήθηκε από τους τελευταίους.
4. Η Εξάρτηση – Το Πάθος – Η Πτώση
Ο Μαραντόνα εξαρτήθηκε από ουσίες, πέρασε σκοτεινά χρόνια, έκανε λάθη. Δεν είναι ήρωας σχολικού βιβλίου. Είναι ο καθρέφτης των παιδιών που ανατράφηκαν στη φτώχεια και πλήρωσαν το τίμημα της έκρηξής τους στον κόσμο των ισχυρών. Η FIFA τον τιμώρησε. Οι ομάδες του τον εγκατέλειψαν. Αλλά ο λαός ποτέ.
Γιατί είδε σε εκείνον όχι έναν άγιο, αλλά έναν από αυτούς: που νικά, που πέφτει, που ξανασηκώνεται. Όπως έγραφε ο Λένιν, «η αλήθεια βρίσκεται στον λαό». Και ο λαός διάλεξε Μαραντόνα.
5. Μαραντόνα και Μαρξισμός: Μια Συμβολική Συγγένεια
Ο Μαρξιστής δεν επιλέγει είδωλα. Αξιολογεί μορφές ιστορικής συγκρότησης. Ο Πελέ υπήρξε ιδιοφυΐα· αλλά λειτούργησε εντός της κανονικότητας. Ο Μαραντόνα ήταν το παράσιτο του συστήματος: δεν μπορούσαν να τον προβλέψουν, να τον περιορίσουν, να τον εκπαιδεύσουν. Ο Μαρξ περιέγραφε την επανάσταση ως την «τομή στο φυσικό ρου των πραγμάτων». Ο Μαραντόνα ήταν τομή.
Η σχέση του με τις λαϊκές τάξεις, με τα κινήματα, με τον Νότο ενάντια στον Βορρά, με τη συγκίνηση ως πολιτική, δεν είναι τυχαία. Είναι συγγένεια δομική. Όταν πέθανε, δεν τον αποχαιρέτισαν διπλωμάτες. Τον αποχαιρέτισαν οι δρόμοι, οι μανάδες, οι οπαδοί, οι κατώτεροι θεοί.
6. Επανάσταση στο Γήπεδο – Όχι Μόνο Νίκη
Ο Πελέ υπήρξε σύμβολο ποδοσφαιρικής τελειότητας. Ο Μαραντόνα, σύμβολο λαϊκής ανάτασης. Στο σύστημα του αθλητικού εμπορεύματος, ο ένας έγινε brand· ο άλλος σπασμένο ποτήρι που δεν μπόρεσαν να πετάξουν. Και ο μαρξιστής, όπως και ο ποιητής, δεν διαλέγει πάντα το τέλειο. Διαλέγει το ειλικρινές.
Ο Μαραντόνα δεν έπαιξε ποτέ για να τον αγαπήσουν οι ισχυροί. Έπαιξε για να νιώσουν οι φτωχοί ότι κάποιος τους εκπροσωπεί – ακόμη κι όταν σπάει, ακόμη κι όταν παρεκτρέπεται.
Επίλογος – Η Επαναστατική Συγκίνηση
Ο Μαρξιστής δεν χρειάζεται «καθαρούς ήρωες». Χρειάζεται σημαίες που αντέχουν στον άνεμο της ιστορίας. Ο Μαραντόνα είναι τέτοια σημαία. Δεν ήταν άγιος. Δεν ήταν πολιτικός. Αλλά ήταν φλόγα από το σκοτάδι. Και όταν ο κόσμος σε καλεί να διαλέξεις ανάμεσα σε έναν ευπρεπή θρύλο και ένα λάβαρο που φωνάζει, που τσακίζεται, αλλά δεν προσκυνά, ο μαρξιστής ξέρει ποιον διαλέγει.
Δεν είναι για την μπάλα. Είναι για την τάξη.
Μωυσίδης Χαράλαμπος Συγγραφέας με Διαλεκτικοϋλιστική Ανάλυση, Μαρξική Κριτική και Πρόταση





