Η πρόσφατη δήλωση του Χακάν Φιντάν, υπουργού Εξωτερικών της Τουρκίας, ότι «η Ελλάδα ασκεί φθηνή πολιτική» προκάλεσε όπως ήταν αναμενόμενο κύμα αντιδράσεων από την ελληνική πολιτική σκηνή. Υπουργοί, πρώην υπουργοί και σχολιαστές έσπευσαν να μιλήσουν για «προκλητικές» και «απαράδεκτες» δηλώσεις, να υψώσουν το εθνικό ανάστημα και να κλείσουν για άλλη μια φορά το ζήτημα στο επίπεδο των ρητορικών πυροτεχνημάτων. Όμως ας σταθούμε λίγο: γιατί λέει ο Φιντάν κάτι τέτοιο και γιατί βρίσκει τόση απήχηση η φράση του ακόμη κι όταν προκαλεί θυμό; Γιατί, με λίγα λόγια, αν και δεν απαλλάσσουμε την Τουρκία από τις δικές της επιθετικές ευθύνες, οι λέξεις αυτές αγγίζουν μια αλήθεια που εδώ στην Ελλάδα αποσιωπάται.
Η Ελλάδα πράγματι συχνά ασκεί «φθηνή πολιτική». Τι σημαίνει αυτό; Ότι κάθε φορά που το πολιτικό σύστημα βρίσκεται μπροστά σε κοινωνικά αδιέξοδα –ακρίβεια, ανεργία, κρίση στέγης, ιδιωτικοποίηση των πάντων– εμφανίζεται ως εύκολη λύση η αναζωπύρωση του «τουρκικού κινδύνου». Η Τουρκία γίνεται έτσι εργαλείο εσωτερικής κατανάλωσης: για να συσπειρώνεται το εκλογικό σώμα γύρω από την κυβέρνηση, για να ξεχνάει ο λαός τα πραγματικά ταξικά του προβλήματα, για να ενισχύονται οι στρατιωτικές δαπάνες χωρίς αντιρρήσεις. Είναι αυτό στρατηγική; Όχι, είναι το αντίθετο της στρατηγικής· είναι το πρόχειρο τέχνασμα, η «πολιτική ασπιρίνη».
Δεν είναι όμως κάτι που το επινόησε η σημερινή κυβέρνηση· είναι διαχρονικό. Από τη μεταπολίτευση μέχρι σήμερα, η αντιπαράθεση με την Τουρκία είναι αναπόσπαστο κομμάτι της αστικής ιδεολογίας. Δεν μπορεί να υπάρξει η ελληνική «εθνική ενότητα» χωρίς τον αντίπαλο που την απειλεί. Το ίδιο κάνει βέβαια και η Τουρκία: κι εκεί η Ελλάδα παίζει τον ρόλο του μόνιμου εξωτερικού εχθρού, για να συσπειρώνεται ο τουρκικός λαός γύρω από την κρατική εξουσία. Πρόκειται δηλαδή για έναν καθρέφτη: οι δύο αστικές τάξεις αλληλοτροφοδοτούνται με φόβο και εθνικισμό, ώστε οι λαοί τους να ξεχνούν τον πραγματικό αντίπαλο – το κεφάλαιο που τους εκμεταλλεύεται. Ο Φιντάν, λοιπόν, όταν μιλά για «φθηνή πολιτική» δεν το κάνει ως ουδέτερος παρατηρητής, ούτε από διάθεση αυτοκριτικής. Το κάνει για να κερδίσει πόντους στη διεθνή σκηνή, παρουσιάζοντας την Ελλάδα ως «ανεύθυνη» και την Τουρκία ως «ρεαλιστική δύναμη». Αλλά η φράση του λειτουργεί και σαν καθρέφτης για εμάς. Γιατί δεν είναι ψέμα ότι η Ελλάδα έχει μάθει να ορίζει τον εαυτό της μόνο σε σχέση με την Τουρκία· και αυτό είναι όντως φθηνό. Φθηνό όχι επειδή «χάνει κύρος» το κράτος, αλλά επειδή εγκλωβίζει τον λαό σε έναν κύκλο αδιέξοδων αντιπαραθέσεων, αντί να θέτει τα πραγματικά κοινωνικά ερωτήματα: ποιος ωφελείται από τα δισεκατομμύρια των εξοπλισμών; ποιος πληρώνει τον λογαριασμό όταν η «εθνική ασφάλεια» γίνεται πρόσχημα για νέους φόρους, περικοπές και καταστολή; Η αλήθεια είναι ότι Ελλάδα και Τουρκία είναι αντίπαλες μόνο στο επίπεδο των εθνικών ιδεολογιών. Στην πραγματικότητα, οι αστικές τους τάξεις συγκλίνουν: και οι δύο ενταγμένες στο ΝΑΤΟ, και οι δύο επιδιώκουν ρόλο περιφερειακού παίκτη, και οι δύο χρησιμοποιούν τον εθνικισμό για να σκεπάσουν κοινωνικές ανισότητες και ταξικές συγκρούσεις. Αντίπαλοι επί σκηνής, συνένοχοι στα παρασκήνια. Όταν ο Φιντάν μιλά για «φθηνή πολιτική», ίσως θα έπρεπε να κοιταχτεί και ο ίδιος στον καθρέφτη· όμως αυτό δεν ακυρώνει το γεγονός ότι η φράση του περιγράφει κάτι αληθινό για το ελληνικό πολιτικό σύστημα.
Επομένως, αντί να αντιδρούμε αυτόματα με θυμό στις δηλώσεις του, θα είχε περισσότερο νόημα να αναρωτηθούμε: γιατί η πολιτική μας εξαντλείται σε «αντι-Τουρκία»; Γιατί δεν υπάρχει σοβαρή στρατηγική που να τοποθετεί την Ελλάδα ως κοινωνία παραγωγών, ως χώρα που στηρίζεται στη δική της λαϊκή δύναμη και όχι στην ξένη προστασία; Γιατί οι ηγεσίες, όταν μιλούν για ελευθερία και αξιοπρέπεια, το εννοούν μόνο στο πλαίσιο της «εθνικής κυριαρχίας» και ποτέ στο πλαίσιο της κοινωνικής δικαιοσύνης; Αυτό είναι το πραγματικό φθηνό: η εξουσία που ντύνει με εθνικά χρώματα τη δική της αδυναμία να λύσει τα προβλήματα του λαού. Και αν υπάρχει μια αλήθεια που μπορούμε να αντλήσουμε ακόμη κι από τις προκλήσεις ενός Φιντάν, είναι ότι το παιχνίδι αυτό έχει κόστος. Όχι γεωστρατηγικό, όπως είπε, αλλά κοινωνικό: το πληρώνει ο εργαζόμενος, ο άνεργος, ο νέος που μεταναστεύει, η οικογένεια που δεν έχει να πληρώσει ρεύμα. Αυτό είναι το αληθινό πεδίο μάχης, και όχι οι τηλεοπτικές αντιπαραθέσεις για το ποιος είναι πιο «πατριώτης».
Μωυσίδης Χαράλαμπος Συγγραφέας με Διαλεκτικοϋλιστική Ανάλυση, Μαρξική Κριτική και Πρόταση





