Δημοσιονομικά όρια ή λαϊκή κυριαρχία;

Σε αυτό το άρθρο θα δούμε:

Υπάρχει μια στιγμή, μέσα σε κάθε μεγάλη κοινωνική σύγκρουση, όπου η πολιτική μάσκα πέφτει και φαίνεται καθαρά τι σημαίνει «κυριαρχία» στην πράξη. Δεν χρειάζεται θεωρητική φαντασία. Αρκεί να ακούσεις προσεκτικά τις λέξεις της κυβέρνησης όταν ένας κλάδος – όπως τώρα οι αγρότες – ετοιμάζεται να ανεβάσει την πίεση. Εκεί, στο λεπτό πριν τα «μπλόκα», στο σημείο που η κοινωνική ανάγκη πάει να βγει στον δρόμο και να αποκτήσει βάρος, εμφανίζεται το κράτος με τη φωνή της «λογικής», της «ευθύνης» και της «σταθερότητας». Και τότε καταλαβαίνεις: η κυριαρχία δεν είναι απλώς σύνταγμα, δεν είναι απλώς κάλπη, δεν είναι μια λέξη. Είναι η επιβολή ενός πλαισίου πάνω στη ζωή.

Ο Πρωθυπουργός, σύμφωνα με τη δημόσια αποτύπωση της συνάντησης, «θέλησε να οριοθετήσει τον διάλογο και τις θέσεις της κυβέρνησης λίγο πριν οι αγρότες πάρουν αποφάσεις για τα μπλόκα, επιμένοντας στην ανάγκη δημοσιονομικής σταθερότητας, συνέπειας και οικονομικής υπευθυνότητας, δηλώνοντας ότι οποιεσδήποτε λύσεις πρέπει να σέβονται τα δημοσιονομικά όρια και το ευρωπαϊκό πλαίσιο. Τόνισε ότι υπάρχουν δίκαια αιτήματα, αλλά δεν μπορούν να ικανοποιηθούν όλα χωρίς δημοσιονομικό κόστος και χαρακτήρισε παράνομο το κλείσιμο δρόμων, ελπίζοντας ότι “θα πρυτανεύσει η λογική”. Παράλληλα άφησε ανοικτό το ενδεχόμενο θεσμικής εκπροσώπησης του αγροτικού κόσμου για πιο σταθερό διάλογο». Αυτή η δήλωση είναι αποκαλυπτική όχι γιατί λέει κάτι «καινούργιο», αλλά γιατί συμπυκνώνει όλη την πολιτική ουσία της αστικής κυριαρχίας: αναγνωρίζει το πρόβλημα μόνο μέχρι το σημείο που δεν θίγει το σύστημα που το γεννά.

Στην πραγματικότητα, η κυβέρνηση λέει στον αγρότη και σε κάθε εργαζόμενο: «Ναι, έχετε δίκιο, αλλά το δίκιο σας είναι ακριβό». Δηλαδή το δίκιο σας κοστίζει στην αγορά, στον προϋπολογισμό, στα “όρια”, στην ευρωπαϊκή επιτήρηση, στα συμφέροντα, στις προτεραιότητες που δεν τις αποφασίσατε εσείς. Το κράτος σε αυτή την κρίσιμη στιγμή δεν εμφανίζεται ως ουδέτερος διαιτητής, αλλά ως μηχανισμός που προστατεύει συγκεκριμένες προτεραιότητες και ταξικές σχέσεις. Η «δημοσιονομική σταθερότητα» δεν είναι απλά μια τεχνική λέξη· είναι πολιτικό όπλο. Είναι το σύγχρονο όνομα της πειθαρχίας. Είναι το άλλοθι για να μετατρέπεται η ανάγκη σε “απαίτηση χωρίς ρεαλισμό”, και η επιβίωση σε “δημοσιονομικό κόστος”.

Το πιο κυνικό είναι ότι μέσα στη δήλωση υπάρχει και το γνωστό παιχνίδι: «υπάρχουν δίκαια αιτήματα, αλλά…». Αυτή η μικρή λέξη, το “αλλά”, είναι το σύνορο της πραγματικής εξουσίας. Στην πράξη σημαίνει: το κράτος μπορεί να παραδεχτεί ότι υποφέρεις, μπορεί να παραδεχτεί ότι έχεις λόγο να διαμαρτύρεσαι, αλλά δεν σου αναγνωρίζει δικαίωμα να ανατρέψεις τη ροή που σε συνθλίβει. Μπορείς να μιλήσεις, αλλά όχι να επιβάλεις. Μπορείς να ζητήσεις, αλλά όχι να πιέσεις. Μπορείς να ψηφίσεις, αλλά όχι να διακόψεις. Αυτό είναι το πραγματικό περιεχόμενο της αστικής «δημοκρατίας» όταν η κοινωνία επιχειρεί να μετατρέψει την επιθυμία της σε δύναμη.

Και εδώ εμφανίζεται το κρίσιμο ερώτημα που πρέπει να μπει καθαρά: γιατί να γίνει αποδεκτή η άποψη της κυβέρνησης, και όχι η άποψη της κοινωνίας; Γιατί να θεωρείται “λογική” η υποταγή στα ευρωπαϊκά πλαίσια και “παραλογισμός” η κοινωνική διεκδίκηση; Γιατί η δημοκρατία να εξαντλείται στη διαχείριση, και η λαϊκή θέληση να θεωρείται “κίνδυνος” όταν αποκτά μορφή αγώνα;

Η κυβέρνηση δεν επικαλείται απλώς τον προϋπολογισμό. Επικαλείται το «ευρωπαϊκό πλαίσιο». Αυτό είναι ίσως το πιο σημαντικό κομμάτι. Διότι εδώ δεν έχουμε απλά μια “εσωτερική” πολιτική επιλογή, αλλά μια ομολογία περιορισμένης κυριαρχίας. Το “ευρωπαϊκό πλαίσιο” λειτουργεί σαν υπέρτατος νόμος πάνω από τη λαϊκή βούληση. Με άλλα λόγια, η κυβέρνηση λέει: «Δεν είναι θέμα αν έχουμε χρήματα. Είναι θέμα ότι δεν επιτρέπεται να κινηθούμε έξω από τις δεσμεύσεις». Άρα η πραγματική κυριαρχία δεν κατοικεί στον λαό. Κατοικεί σε κανόνες, συμφωνίες, μηχανισμούς επιτήρησης και κέντρα που παρουσιάζονται ως “αναπόφευκτα”.

Το ίδιο αποκαλυπτική είναι και η φράση περί “παράνομου κλεισίματος δρόμων”. Εδώ εμφανίζεται η δεύτερη όψη της κυριαρχίας: η καταστολή, όχι πάντα ως γκλομπ, αλλά ως ηθική και νομική πειθαρχία. Το κράτος δεν σου λέει απλά “μην κλείσεις δρόμους”. Σου λέει: αν ξεπεράσεις το επίπεδο της συμβολικής διαμαρτυρίας και πας να αποκτήσεις πραγματική δύναμη – να μπλοκάρεις τη ροή του εμπορίου, να πιέσεις την οικονομία, να φανεί η κοινωνική σου σημασία – τότε μετατρέπεσαι σε “παράνομος”. Και η παρανομία δεν είναι εδώ μια ουδέτερη κατηγορία· είναι ο μηχανισμός που μετατρέπει την κοινωνική αντίσταση σε αντικοινωνική συμπεριφορά.

Ακόμη πιο ύπουλη είναι η διατύπωση: «ελπίζουμε ότι θα πρυτανεύσει η λογική». Σε αυτές τις φράσεις, η εξουσία κάνει κάτι πολύ συγκεκριμένο: ορίζει ως «λογική» αυτό που τη συμφέρει, και ως «παράλογο» αυτό που απειλεί την ομαλότητα της κερδοφορίας. Η «λογική» δεν είναι η ζωή του αγρότη που δεν βγαίνει, δεν είναι το κόστος που τον πνίγει, δεν είναι οι μεσάζοντες, τα μονοπώλια, οι αλυσίδες που του αγοράζουν φτηνά και πουλάνε ακριβά. Η λογική για το κράτος είναι να μείνει το σύστημα όρθιο, ακόμη κι αν εσύ δεν στέκεσαι. Αυτή είναι η πιο καθαρή ταξική διάκριση: στο όνομα της “λογικής” ζητούν από τους πολλούς να αντέξουν την αδικία για να μην κλονιστεί η σταθερότητα των λίγων.

Και όταν στο τέλος ανοίγουν «ενδεχόμενο θεσμικής εκπροσώπησης του αγροτικού κόσμου», φαίνεται το τρίτο εργαλείο της κυριαρχίας: η ενσωμάτωση. Όχι λύση. Ενσωμάτωση. Δηλαδή, να υπάρξει ένας μηχανισμός διαλόγου που θα απορροφά την οργή, θα τη διοχετεύει σε αργές διαδικασίες, θα την κάνει “συζήτηση” αντί για σύγκρουση. Ο διάλογος ως τεχνική αποφόρτισης. Μια θεσμική βαλβίδα για να μην ανοίξει κοινωνικό ρήγμα.

Αν το δούμε με καθαρότητα, η κυβέρνηση εδώ υπερασπίζεται ένα δόγμα: ότι η κοινωνία δεν είναι κυρίαρχη. Κυρίαρχος είναι ο προϋπολογισμός. Κυρίαρχη είναι η ΕΕ. Κυρίαρχα είναι τα “όρια”. Και η κυβέρνηση είναι η φωνή αυτών των ορίων. Όμως η κοινωνία έχει άλλο κριτήριο: δεν μετρά τη ζωή σε “κόστος”. Μετρά τη ζωή σε επιβίωση, σε αξιοπρέπεια, σε δυνατότητα να μείνεις στο χωράφι σου, να ταΐσεις την οικογένειά σου, να μην είσαι έρμαιο των εισαγωγών, των καρτέλ, των τραπεζών, των μεγάλων αλυσίδων.

Η πραγματική ερώτηση λοιπόν δεν είναι αν τα αιτήματα έχουν δημοσιονομικό κόστος. Η ερώτηση είναι: ποιος πληρώνει πάντα το κόστος του συστήματος; Γιατί όταν πρόκειται για μεγάλους ομίλους υπάρχουν “κίνητρα”, “διευκολύνσεις”, “επενδυτικά πακέτα”, “επιδοτήσεις”, ενώ όταν πρόκειται για την κοινωνία υπάρχουν “όρια”; Γιατί η κρατική πολιτική μοιάζει πάντα να έχει λεφτά για ό,τι υπηρετεί την κερδοφορία, αλλά ποτέ για ό,τι υπηρετεί τη λαϊκή ανάγκη;

Η απάντηση είναι μία: γιατί η κυριαρχία, όπως λειτουργεί σήμερα, είναι ταξική. Είναι το δικαίωμα του κράτους να ορίζει ως “φυσικό νόμο” τις δεσμεύσεις του κεφαλαίου και ως “παρέκκλιση” την κοινωνική ανάγκη. Και αυτό, όσο ωραιοποιημένο κι αν παρουσιάζεται, δεν είναι δημοκρατία με την ουσιαστική έννοια. Είναι διαχείριση. Είναι πειθάρχηση. Είναι περιορισμένη λαϊκή συμμετοχή μέσα σε προκαθορισμένα όρια.

Γι’ αυτό το δίλημμα είναι πραγματικό και πρέπει να ειπωθεί καθαρά: δημοσιονομικά όρια ή λαϊκή κυριαρχία; Και η αλήθεια είναι ότι όταν μια κυβέρνηση βάζει ως υπέρτατη αρχή τα “όρια” και όχι τις ανάγκες, τότε δεν έχεις απλώς μια διαφορετική πολιτική άποψη. Έχεις ένα σύστημα που σου λέει ευθέως ότι η ζωή σου είναι δεύτερη προτεραιότητα. Εκεί ακριβώς γεννιέται η ιστορική ανάγκη της οργάνωσης, της συλλογικής αντίστασης και της κοινωνικής σύγκρουσης. Διότι κανένα πλαίσιο δεν αλλάζει με ευχές. Τα πλαίσια αλλάζουν μόνο όταν η κοινωνία πάψει να ζητά άδεια για να ζήσει.

Search
Share:

Σε αυτό το άρθρο θα δούμε:

Συντάκτης

Picture of Μωυσίδης Χαράλαμπος

Μωυσίδης Χαράλαμπος

Συγγραφέας με Διαλεκτικοϋλιστική Ανάλυση, Μαρξική Κριτική και Πρόταση

Αρθρογραφία