Ο Λοκ δεν είναι απλώς ένας «φιλόσοφος της γνώσης» με την ακαδημαϊκή έννοια. Είναι ο θεωρητικός κόμβος όπου η νεωτερική αστική κοινωνία αποκτά το αναγκαίο της γνωσιολογικό ένδυμα: ο κόσμος γίνεται ένα πεδίο “δεδομένων”, και το υποκείμενο γίνεται ο “ιδιοκτήτης” αυτών των δεδομένων μέσω της εμπειρίας του. Όταν ρωτάς αν «από τον Λοκ ξεκινά η αισθητηριακή πραγματικότητα», η απάντηση είναι ναι — όχι όμως ως απλή ψυχολογική παρατήρηση (“μαθαίνουμε με τις αισθήσεις”), αλλά ως βαθιά κοινωνικό-ιστορική αναδιάταξη της ίδιας της έννοιας της πραγματικότητας. Ο Λοκ εγκαινιάζει τον νέο κανόνα: η γνώση, άρα και η “αλήθεια”, θεμελιώνεται σε ό,τι μπορεί να δοθεί ως εμπειρία. Ο νους είναι tabula rasa, ένα “λευκό χαρτί”, και η πραγματικότητα γράφει πάνω του μέσω της αίσθησης και του αναστοχασμού. Αυτή η θέση μοιάζει ουδέτερη. Όμως ιστορικά δεν είναι: είναι ακριβώς η μορφή σκέψης που αντιστοιχεί στην αποσύνδεση του ανθρώπου από τις συλλογικές, “παραδοσιακές” δομές του φεουδαρχικού κόσμου και την εμφάνιση του αστικού ατόμου, του φορέα δικαιωμάτων, ιδιοκτησίας και ανταλλαγής. Η αφετηρία του Λοκ είναι ότι δεν υπάρχουν έμφυτες ιδέες. Αυτό σημαίνει: δεν υπάρχει θεϊκή εγγύηση, δεν υπάρχει προγενέστερη αλήθεια που να καθορίζει το τι είναι ο άνθρωπος και τι είναι ο κόσμος. Φαινομενικά αυτό είναι χειραφετητικό. Στην πραγματικότητα, όμως, ανοίγει τον δρόμο ώστε η αλήθεια να γίνει “προϊόν” της ατομικής πρόσληψης του κόσμου: το άτομο, με την εμπειρία του, γίνεται το μέτρο. Και όταν το άτομο γίνεται μέτρο, το έδαφος προετοιμάζεται ώστε η κοινωνία να εμφανίζεται ως άθροισμα ατόμων, όχι ως αντικειμενική σχέση.
Ο Λοκ αναγνωρίζει δύο πηγές της εμπειρίας: την αίσθηση (sensation) και τον αναστοχασμό (reflection). Η αίσθηση μας δίνει “ιδέες” για τις ιδιότητες των πραγμάτων. Ο αναστοχασμός δίνει “ιδέες” για τις λειτουργίες του νου. Δηλαδή: δεν γνωρίζουμε τον κόσμο απευθείας ως “όντως-όντα”, αλλά ως σύνολο παραστάσεων που σχηματίζονται μέσα μας. Αυτό είναι ήδη μια μετατόπιση από τον κόσμο ως αντικειμενική ολότητα προς τον κόσμο ως “περιεχόμενο συνείδησης”. Δεν είναι ακόμη ο πλήρης υποκειμενισμός, αλλά είναι η βασική του αρχή. Εδώ βρίσκεται το πραγματικό ιστορικό βάρος: η αισθητηριακή πραγματικότητα δεν είναι απλά “αυτό που υπάρχει”, αλλά “αυτό που προσλαμβάνεται”. Και μόλις ο κόσμος γίνει αυτό που προσλαμβάνεται, μπορεί να αρχίσει η διάβρωση της έννοιας της αντικειμενικότητας. Η σχέση αντιστρέφεται: αντί η συνείδηση να είναι αντανάκλαση της ύλης, η ύλη τείνει να εμφανιστεί ως “δεδομένο της συνείδησης”. Αυτό αργότερα θα γίνει η γέφυρα προς κάθε μορφή αγνωστικισμού, θετικισμού και επιστημονισμού που δεν θέλει να μιλά για την πραγματικότητα, αλλά μόνο για “παρατηρήσιμα μεγέθη”.
Για τον διαλεκτικό υλισμό, το κρίσιμο δεν είναι να ειπωθεί ότι η αίσθηση έχει ρόλο. Ο Μαρξισμός ποτέ δεν αρνήθηκε ότι ο άνθρωπος προσλαμβάνει τον κόσμο αισθητηριακά. Το ερώτημα είναι άλλο: η αίσθηση είναι η πηγή της πραγματικότητας ή η μορφή πρόσβασης σε μια πραγματικότητα που υπάρχει ανεξάρτητα από εμάς; Εδώ βρίσκεται η μάχη. Ο Λένιν επιμένει ότι η ύλη υπάρχει αντικειμενικά και ότι οι αισθήσεις είναι εικόνες της πραγματικότητας, όχι η παραγωγή της πραγματικότητας: “η ύλη είναι η αντικειμενική πραγματικότητα που δίνεται στον άνθρωπο στις αισθήσεις του, που αντιγράφεται, φωτογραφίζεται, αντανακλάται από τις αισθήσεις μας, ενώ υπάρχει ανεξάρτητα από αυτές” (Lenin, 1909/1972). Αυτό δεν είναι μια φιλοσοφική “λεπτομέρεια”· είναι πολιτική γραμμή. Γιατί αν η πραγματικότητα είναι απλώς “σύνολο αισθήσεων”, τότε η κοινωνία γίνεται “σύνολο εμπειριών”, και η ταξική δομή εξαφανίζεται μέσα σε ψυχολογικές εντυπώσεις. Αυτό είναι το σημείο όπου ο εμπειρισμός μπορεί να γίνει ιδεολογία: από περιγραφή της γνώσης μετατρέπεται σε οπτική που κρύβει τη δομή της εκμετάλλευσης.
Το μεγάλο πρόβλημα με την εμπειριστική θεμελίωση της γνώσης είναι ότι εύκολα μετατρέπεται σε απόρριψη της αναγκαιότητας. Αν η γνώση είναι μόνο αυτό που παρατηρώ, τότε η αιτιότητα κινδυνεύει να γίνει συνήθεια, όχι αντικειμενικός δεσμός. Αυτή η μετατόπιση θα ολοκληρωθεί στον Χιουμ, όπου η αιτιότητα δεν είναι σχέση των πραγμάτων, αλλά προσδοκία του νου. Δηλαδή: δεν ξέρω ότι “το Α προκαλεί το Β”, απλώς έχω συνηθίσει να βλέπω το Β μετά το Α. Εδώ χάνεται το πιο ισχυρό όπλο της επιστήμης: η κατανόηση της νομοτέλειας. Και όταν χάνεται η νομοτέλεια, ανοίγει ο δρόμος για την πολιτική μοιρολατρία. Ο άνθρωπος δεν μπορεί να αλλάξει τον κόσμο βάσει γνώσης των νόμων του· μπορεί μόνο να “προσαρμόζεται” σε αυτό που του φαίνεται. Αυτός είναι ο πυρήνας της αστικής ιδεολογίας σήμερα: ο κόσμος παρουσιάζεται ως χάος γεγονότων, ως αλληλουχία κρίσεων χωρίς αιτία, ως “τεχνολογική μοίρα”, και ο λαός καλείται να γίνει διαχειριστής της επιβίωσής του, όχι υποκείμενο αλλαγής.
Η αστική νεωτερικότητα, λοιπόν, δεν χρειάζεται μόνο οικονομικές μορφές (κεφάλαιο, μισθό, αγορά). Χρειάζεται και μορφές σκέψης. Ο εμπειρισμός είναι μία από αυτές. Ο Λοκ είναι το σημείο όπου η “λογική” του εμπορεύματος εισβάλλει στη γνωσιολογία: η γνώση γίνεται κάτι σαν “συσσώρευση δεδομένων”. Αυτό έχει μια εσωτερική αναλογία με τη συσσώρευση κεφαλαίου. Όπως το κεφάλαιο συσσωρεύει αξία, έτσι η εμπειριστική σκέψη συσσωρεύει “ιδέες” από την εμπειρία. Η αλήθεια δεν είναι σχέση των πραγμάτων στην ολότητά τους, αλλά άθροισμα παρατηρήσεων. Και όπως στο κεφάλαιο το μερικό γίνεται καθολικό μέσω της ανταλλαγής, έτσι και εδώ το μερικό δεδομένο παρουσιάζεται ως αλήθεια. Ο άνθρωπος, μέσα σε αυτό το πλαίσιο, δεν είναι κοινωνικό ον που παράγει τον κόσμο συλλογικά, αλλά ατομικός “δέκτης” εντυπώσεων. Αυτό είναι η φιλοσοφική κατασκευή του ατόμου που αργότερα θα γίνει και πολιτική μορφή: πολίτης, ψηφοφόρος, καταναλωτής, ιδιοκτήτης.
Εδώ πρέπει να το πούμε καθαρά: ο Λοκ δεν είναι μόνο εμπειριστής, είναι και θεμελιωτής της αστικής ιδεολογίας της ιδιοκτησίας. Η γνωσιολογία του δεν είναι αποκομμένη από την πολιτική του θεωρία. Στη δεύτερη, το άτομο έχει δικαιώματα, μεταξύ των οποίων κεντρικό είναι το δικαίωμα στην ιδιοκτησία. Η ιδιοκτησία εμφανίζεται ως φυσική προέκταση της εργασίας του ατόμου, και έτσι η κοινωνική αρπαγή εμφανίζεται ως ηθική τάξη. Αυτό είναι κρίσιμο: η αστική κοινωνία χρειάζεται να εμφανίζει τη δική της σχέση ιδιοκτησίας ως φυσική, όχι ιστορική. Ο Μαρξ θα χτυπήσει αυτό ακριβώς: η ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής δεν είναι “δικαίωμα”, είναι ταξική σχέση, ιστορικά δημιουργημένη και ιστορικά ανατρέψιμη (Marx, 1867/1990). Όμως για να γίνει αποδεκτή ως αιώνια, χρειάζεται μια φιλοσοφία που κάνει το άτομο προγενέστερο της κοινωνίας. Ο Λοκ ακριβώς αυτό κάνει: το άτομο, σαν φορέας εμπειρίας και δικαιωμάτων, προηγείται. Η κοινωνία έπεται ως σύμβαση. Αλλά όταν η κοινωνία έπεται, η ταξική πάλη εξαφανίζεται από τον ορίζοντα: τα προβλήματα εμφανίζονται ως “διαφωνίες συμφερόντων” ανάμεσα σε άτομα, όχι ως αντίθεση σχέσεων παραγωγής.
Από εδώ καταλαβαίνουμε γιατί έχει σημασία η φράση που συζητάς, «Δεν υπάρχει τίποτα. Υπάρχω μόνο εγώ». Δεν χρειάζεται να είναι Τραμπ για να είναι βαθιά αστική. Είναι το καθαρό απόσταγμα μιας ολόκληρης ιδεολογίας: της ιδεολογίας του ατομικού υποκειμένου που αυτό-θεμελιώνεται, που δεν αναγνωρίζει κοινωνική αναγκαιότητα, που βλέπει τον κόσμο ως πεδίο ιδιοποίησης. Αυτό είναι ο ακραίος ατομικισμός που τρέφεται από την ίδια βάση: η πραγματικότητα ως εμπειρία, όχι ως αντικειμενική σχέση. Η αστική ιδεολογία θέλει τον κόσμο να εμφανίζεται ως “πολλαπλές αλήθειες”, ως “προσωπικές αλήθειες”, ως “εμπειρίες”, γιατί έτσι δεν μπορεί να γεννηθεί καθολικό σχέδιο ανατροπής. Αν όλα είναι εμπειρία, δεν υπάρχει νόμος. Αν δεν υπάρχει νόμος, δεν υπάρχει αναγκαιότητα. Αν δεν υπάρχει αναγκαιότητα, δεν υπάρχει επανάσταση: υπάρχει μόνο “άποψη”.
Η Μαρξική αντιπαραβολή πρέπει να είναι απόλυτα καθαρή: ο διαλεκτικός υλισμός δεν ξεκινά από το “τι νιώθω”, ξεκινά από το “τι υπάρχει” και “πώς κινείται”. Ο κόσμος είναι υλικός, η κίνηση είναι νομοτελής, η κοινωνία έχει αντικειμενικούς νόμους ανάπτυξης, και η συνείδηση είναι αντανάκλαση αυτής της κίνησης μέσα στην πράξη. Η αλήθεια δεν είναι άθροισμα εμπειριών, είναι η ικανότητα να συλλάβεις την αναγκαιότητα μέσα στην αντίφαση, να δεις το γενικό μέσα στο μερικό, να αναγνωρίσεις ότι η κοινωνική πραγματικότητα δεν είναι “συμβόλαιο”, αλλά σύστημα σχέσεων εκμετάλλευσης. Αυτός είναι ο πυρήνας του “από το Ατομικό στο Καθολικό”. Η αστική γνωσιολογία ξεκινά από το άτομο και τελειώνει σε αγορά. Η διαλεκτική ξεκινά από την ύλη και τελειώνει σε ιστορία.
Και εδώ είναι η πολιτική αιχμή: η αστική κοινωνία έχει ανάγκη τον εμπειρισμό, όχι γιατί είναι “επιστημονικός”, αλλά γιατί είναι ακίνδυνος. Σου λέει: μην μιλάς για ουσία, μίλα για γεγονότα. Μην μιλάς για αιτίες, μίλα για δεδομένα. Μην μιλάς για ταξική σχέση, μίλα για επιλογές. Έτσι μετατρέπεται η εκμετάλλευση σε “στυλ ζωής”, η ανεργία σε “κακή στιγμή”, ο πόλεμος σε “γεωπολιτική συνθήκη”, η φτώχεια σε “ατομική αποτυχία”. Η αισθητηριακή πραγματικότητα γίνεται το άλλοθι της άγνοιας: “αυτό βλέπω, άρα αυτό υπάρχει”. Αλλά ο διαλεκτικός υλισμός είναι ακριβώς η επιστήμη της υπέρβασης του φαινομένου προς την ουσία. Ο Μαρξ ξεκινά από το εμπόρευμα όχι για να το περιγράψει, αλλά για να αποκαλύψει τις κοινωνικές σχέσεις που κρύβει. Η αστική σκέψη σταματά στο εμπόρευμα ως πράγμα. Η Μαρξική σκέψη το βλέπει ως κοινωνική σχέση.
Επομένως, ναι: από τον Λοκ ξεκινά η θεμελίωση της εμπειρίας ως βάσης της γνώσης, και αυτό είναι ο ιστορικός πρόδρομος μιας γραμμής που καταλήγει στον αγνωστικισμό, στον θετικισμό, και τελικά στην πολιτική ιδεολογία της “αντικειμενικής ουδετερότητας” που πάντα υπηρετεί τον ισχυρό. Αλλά η απάντηση του διαλεκτικού υλισμού δεν είναι να αρνηθεί την εμπειρία· είναι να την υπερβεί. Η εμπειρία είναι υλικό, όχι μέτρο. Είναι η πρώτη ύλη της γνώσης, όχι η αλήθεια. Η αλήθεια γεννιέται όταν η εμπειρία μπαίνει στη διαλεκτική της πράξης, όταν γίνεται καθολική μέσα από την επιστήμη, όταν αποκαλύπτει την αναγκαιότητα της κοινωνικής εξέλιξης. Και αυτή η αναγκαιότητα λέει το απλό και τρομερό: όσο η ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής μένει ιδιωτική, η “ελευθερία” θα είναι μόνο η ελευθερία του κεφαλαίου. Όλες οι υπόλοιπες ελευθερίες είναι διακοσμητικές.
Αυτός είναι ο λόγος που η μάχη για τη φιλοσοφία δεν είναι ακαδημαϊκή πολυτέλεια. Είναι ταξική αναμέτρηση. Το αν η πραγματικότητα είναι αντικειμενική ή “εμπειρία”, το αν η αιτιότητα είναι νόμος ή συνήθεια, το αν η κοινωνία είναι σχέση ή άθροισμα ατόμων, καθορίζει το αν ο λαός μπορεί να δει τον εαυτό του ως ιστορικό υποκείμενο. Ο Λοκ είναι η αρχή μιας εποχής όπου το άτομο σηκώνεται ως θεός του εαυτού του. Ο Μαρξ είναι η τομή που αποκαλύπτει ότι αυτός ο θεός είναι απλώς η μορφή του κεφαλαίου μέσα στη συνείδηση. Και ο διαλεκτικός υλισμός είναι η μέθοδος που επιστρέφει τον άνθρωπο εκεί που πραγματικά ανήκει: όχι στο εγώ, αλλά στο εμείς της ιστορίας, εκεί όπου η γνώση γίνεται δύναμη αλλαγής.
(Lenin, 1909/1972)
(Marx, 1867/1990)





