Αριστοτέλης, Μαρξ και η Δικαιοσύνη: Από την Ισότητα στην Ανάγκη

Σε αυτό το άρθρο θα δούμε:

Υπάρχουν στιγμές που τα μεγάλα πνεύματα της ανθρωπότητας μοιάζουν να συνομιλούν μεταξύ τους, πέρα από αιώνες, γλώσσες και πολιτισμούς. Σαν να απλώνεται μια νοητή γέφυρα που ενώνει το παρελθόν με το μέλλον, τη φιλοσοφία με την πράξη, την αναζήτηση της αλήθειας με την καθημερινή πάλη των ανθρώπων για δικαιοσύνη. Σε μια τέτοια γέφυρα στέκονται, ο ένας απέναντι στον άλλο, ο Αριστοτέλης και ο Καρλ Μαρξ. Ο πρώτος, θεμελιωτής της κλασικής ελληνικής σκέψης, διατύπωσε με μαθηματική καθαρότητα την έννοια της δικαιοσύνης. Ο δεύτερος, συνεχιστής αλλά και ανατροπέας, έδωσε σε αυτή την έννοια υλική, κοινωνική και επαναστατική διάσταση.

Ο Αριστοτέλης, στα Ηθικά Νικομάχεια (V.3, 1131a), γράφει:
«Με δεδομένο α) ότι ο άδικος άνθρωπος δεν τηρεί την ισότητα και β) ότι άδικη πράξη θα πει ανισότητα, γίνεται φανερό ότι υπάρχει επίσης ένα μέσον ανάμεσα στα δύο άκρα της ανισότητας. Αυτό είναι το ίσον. Γιατί σε κάθε πράξη που υπάρχει το περισσότερο και το λιγότερο, υπάρχει και το ίσον. Αν λοιπόν το άδικο είναι το άνισο, τότε το δίκαιο είναι το ίσον […]. Και θα πρέπει να υπάρχει η ίδια ισότητα ανάμεσα στα πρόσωπα και ανάμεσα στα πράγματα· η σχέση δηλαδή που υπάρχει ανάμεσα στα μεν, πρέπει να υπάρχει και ανάμεσα στα δε. Αυτό θα πει ότι, αν τα πρόσωπα δεν είναι ίσα μεταξύ τους, δεν θα λάβουν ίσα μερτικά».

Εδώ ο Αριστοτέλης μάς δίνει μια συγκλονιστική παρακαταθήκη: η δικαιοσύνη βρίσκεται στο μέσον, στην ισορροπία, στην αποκατάσταση της αναλογίας. Όπου υπάρχει υπερβολή ή έλλειψη, εκεί γεννιέται η αδικία. Το ίσον, ως αρχή, λειτουργεί σαν σημείο αναφοράς. Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι αν οι άνθρωποι δεν είναι πραγματικά ίσοι –σε κοινωνική θέση, σε δύναμη, σε πόρους– τότε δεν μπορεί να υπάρξει και ίση κατανομή των πραγμάτων. Η φράση του είναι σαφής: η σχέση που υπάρχει ανάμεσα στους ανθρώπους πρέπει να αντανακλάται στη σχέση που έχουν με τα αγαθά. Αν η πρώτη είναι άνιση, η δεύτερη θα είναι αναγκαστικά άδικη.

Αιώνες αργότερα, ο Καρλ Μαρξ έρχεται να μιλήσει για το ίδιο ζήτημα, αλλά μέσα από το καμίνι της βιομηχανικής επανάστασης και της πάλης των τάξεων. Στην Κριτική του Προγράμματος της Γκότα (1875), διατυπώνει την περίφημη αρχή:
«Από τον καθένα σύμφωνα με τις ικανότητές του, στον καθένα σύμφωνα με τις ανάγκες του» (Marx, 1875/2010).

Με αυτή τη φράση, ο Μαρξ δεν μιλά πλέον για ένα αφηρημένο ίσον. Προχωρά πέρα από την τυπική ισότητα για να θεμελιώσει μια ουσιαστική ισότητα, βασισμένη όχι στην αριθμητική κατανομή αλλά στην ανθρώπινη ανάγκη. Για τον Μαρξ, το πρόβλημα δεν είναι μόνο ότι οι άνθρωποι έχουν άνιση πρόσβαση στα αγαθά· είναι ότι η ίδια η παραγωγή των αγαθών έχει οργανωθεί πάνω σε μια δομή εκμετάλλευσης. Στον καπιταλισμό, η εργασία του ενός γίνεται πηγή πλούτου για τον άλλον. Επομένως, δεν αρκεί να μοιράσουμε δίκαια το αποτέλεσμα· πρέπει να αλλάξουμε ριζικά τον τρόπο που παράγεται.

Εκεί που ο Αριστοτέλης μιλούσε για μέτρο και ισορροπία, ο Μαρξ μιλά για ανατροπή. Γιατί η τυπική ισότητα που υπερασπίζεται το αστικό δίκαιο –όλοι ίσοι απέναντι στον νόμο, όλοι ίσοι στις συναλλαγές– είναι ψευδαίσθηση. Στην πραγματικότητα, αυτή η ισότητα κρύβει την πιο βαθιά ανισότητα: τον διαχωρισμό ανάμεσα σε εκείνους που κατέχουν τα μέσα παραγωγής και σε εκείνους που δεν έχουν τίποτα άλλο παρά την εργατική τους δύναμη. Ο Μαρξ, με την πρότασή του, μάς καλεί να φανταστούμε μια κοινωνία όπου η παραγωγή γίνεται για την ικανοποίηση των αναγκών όλων, όχι για το κέρδος των λίγων. Σε μια τέτοια κοινωνία, ο καθένας θα προσφέρει ό,τι μπορεί, και θα λαμβάνει ό,τι χρειάζεται – όχι ό,τι «αναλογεί» με βάση το χρήμα ή τη δύναμη.

Αν δούμε τις δύο αυτές σκέψεις μαζί, καταλαβαίνουμε ότι ο Μαρξ δεν ακυρώνει τον Αριστοτέλη· τον υπερβαίνει. Ο Αριστοτέλης μάς δίνει το θεμέλιο: η αδικία είναι ανισότητα. Ο Μαρξ μάς δίνει την απάντηση: η ισότητα δεν είναι απλώς μαθηματική ισορροπία, είναι κοινωνική χειραφέτηση. Όπως στη διαλεκτική η άρνηση δεν είναι απλό «όχι», αλλά δημιουργική υπέρβαση, έτσι και εδώ ο Μαρξ παίρνει το ίσον και το μετατρέπει σε αναγκαιότητα, σε ζωντανή σχέση που βασίζεται στις ανάγκες των ανθρώπων. Σήμερα, στον 21ο αιώνα, η επικαιρότητα αυτών των λόγων είναι εκκωφαντική. Ζούμε σε έναν κόσμο όπου η ανισότητα έχει πάρει κολοσσιαίες διαστάσεις. Πέντε δισεκατομμυριούχοι κατέχουν περισσότερο πλούτο από δισεκατομμύρια ανθρώπους μαζί. Την ίδια στιγμή, εκατομμύρια πεινούν, δεν έχουν πρόσβαση σε καθαρό νερό, σε υγεία, σε παιδεία. Οι κυβερνήσεις μιλούν για «ισότητα ευκαιριών», αλλά οι ευκαιρίες είναι προνόμια λίγων. Σε αυτό το πλαίσιο, το αριστοτελικό ίσον ακούγεται σαν μακρινός ιδεαλισμός, ενώ η μαρξική αρχή μοιάζει πιο ρεαλιστική από ποτέ. Και εδώ έρχεται η στιγμή που νιώθω την ανάγκη να πω αυτό που κάποτε έγραψα στο Facebook, παραφράζοντας έναν αθλητικό σχολιαστή: «Δεν περιγράφω άλλο».
Γιατί πραγματικά, ακόμα και η πλούσια ελληνική γλώσσα μοιάζει φτωχή όταν προσπαθεί να εκφράσει το μέγεθος αυτών των ιδεών. Από τη μία, ο Αριστοτέλης, που έθεσε το πρώτο θεμέλιο της σκέψης για το δίκαιο και το άδικο. Από την άλλη, ο Μαρξ, που έδωσε σε αυτή τη σκέψη σάρκα και οστά, που τη μετέτρεψε από φιλοσοφία σε επαναστατική θεωρία και πράξη. Και ανάμεσά τους, όλοι εμείς, που ζούμε τις συνέπειες της ανισότητας καθημερινά: στον μισθό μας, στο σπίτι που δεν μπορούμε να πληρώσουμε, στο παιδί που δεν έχει ίσες ευκαιρίες, στο νοσοκομείο που δεν μας χωράει. Δεν μιλάμε για αφηρημένες έννοιες. Μιλάμε για τη ζωή μας. Για το αν θα συνεχίσουμε να αποδεχόμαστε ότι «έτσι είναι ο κόσμος» ή αν θα τολμήσουμε να σκεφτούμε διαφορετικά.

Ο Αριστοτέλης μάς καλεί να δούμε το άδικο ως άνισο και να το ισορροπήσουμε. Ο Μαρξ μάς καλεί να δούμε ότι αυτή η ανισότητα είναι δομική και να την καταργήσουμε. Ο πρώτος μιλά για το μέτρο, ο δεύτερος για την επανάσταση. Και οι δύο μάς θυμίζουν ότι η δικαιοσύνη δεν είναι δώρο, είναι αγώνας. Ότι η ισότητα δεν είναι αριθμός, είναι σχέση. Ότι το δίκαιο δεν είναι ουδέτερο, αλλά παίρνει σάρκα και οστά μέσα στην κοινωνία. Κλείνοντας, θέλω να το πω απλά:
Αν ο Αριστοτέλης έβαλε το πρώτο λιθαράκι, ο Μαρξ έχτισε το οικοδόμημα. Κι εμείς, οι άνθρωποι του σήμερα, έχουμε την ευθύνη να το κατοικήσουμε. Γιατί, όπως έλεγε και ο ίδιος ο Μαρξ, «οι φιλόσοφοι μόνο ερμήνευσαν τον κόσμο με διάφορους τρόπους· το ζήτημα, όμως, είναι να τον αλλάξουμε» (Marx, 1845/1998). Ας τολμήσουμε, λοιπόν, να τον αλλάξουμε. Γιατί, τελικά, η αληθινή ισότητα δεν είναι να πάρει ο καθένας «το ίσον». Είναι να πάρει ο καθένας ό,τι πραγματικά χρειάζεται για να ζήσει ως άνθρωπος.

 

Μωυσίδης Χαράλαμπος Συγγραφέας με Διαλεκτικοϋλιστική Ανάλυση, Μαρξική Κριτική και Πρόταση 

 

 

Search
Share:

Σε αυτό το άρθρο θα δούμε:

Συντάκτης

Picture of Μωυσίδης Χαράλαμπος

Μωυσίδης Χαράλαμπος

Συγγραφέας με Διαλεκτικοϋλιστική Ανάλυση, Μαρξική Κριτική και Πρόταση

Αρθρογραφία