Το κείμενο του Δημήτρη Πατέλη δεν αποτελεί ούτε θεωρητική συμβολή ούτε ανάλυση· αποτελεί πολιτικό υβρεολόγιο συσκευασμένο με φιλολογική επιτήδευση. Όταν κάποιος αφιερώνει περισσότερη ενέργεια στο να κατασκευάζει «ιερατεία», «δοκησισόφους», «γραφειοκράτες», «ασχέτους» και «ποιητές εκ του προχείρου» παρά στο να αναλύει τις υλικές σχέσεις μιας κοινωνίας, τότε ο ίδιος αποκαλύπτει ότι έχει εγκαταλείψει τον Διαλεκτικό Υλισμό και έχει προσχωρήσει σε έναν ηθικολογικό ιδεαλισμό όπου η θεωρία αντικαθίσταται από επιθετικούς χαρακτηρισμούς.
Κανένα «ιερατείο» δεν χρειάζεται για να τεθούν διαλεκτικά ερωτήματα.
Τα ερωτήματα τίθενται από μόνα τους:
– Ποια τάξη κατέχει τα μέσα παραγωγής;
– Ποιος καρπώνεται την υπεραξία;
– Πώς εξελίσσονται οι εμπορευματικές σχέσεις;
– Ποιο είναι το επίπεδο κοινωνικοποίησης και ποιο της ιδιωτικής συσσώρευσης;
– Ποιο είναι το πραγματικό περιεχόμενο της εξουσίας;
Αυτά δεν είναι «αρλούμπες» ούτε «γραφειοκρατική ραστώνη».
Είναι τα θεμέλια της Μαρξικής ανάλυσης.
Όταν λοιπόν κάποιος επιτίθεται σε αυτά τα ερωτήματα αντί να τα απαντήσει,
δεν υπερασπίζεται τη σοσιαλιστική επανάσταση — την ακυρώνει.
Γιατί η επανάσταση δεν οικοδομείται πάνω σε ύβρεις αλλά πάνω σε διαύγεια. Ο Πατέλης κατηγορεί άλλους ότι «δίνουν πιστοποιητικά σοσιαλισμού», την ίδια ώρα που ο ίδιος αναγορεύει εαυτόν σε κριτή των πάντων, μοιράζοντας τίτλους «επαναστατικής ορθότητας» και «πραγματικής κατανόησης». Αυτή ακριβώς είναι η λογική του «ιερατείου» που υποτίθεται ότι καταγγέλλει. Η ειρωνεία είναι εμφανής: επιτίθεται στα «αποκλειστικά δικαιώματα», ενώ στην πράξη διεκδικεί το αποκλειστικό δικαίωμα ερμηνείας της Μαρξικής μεθόδου.
Το ακόμη πιο προβληματικό είναι άλλο:
η επίκληση προσωπικών τραγωδιών ως πολιτικών επιχειρημάτων.
Η μνήμη αγωνιστών δεν είναι υλικό προπαγάνδας.
Ο Παπαρήγας —που ο Πατέλης χρησιμοποιεί ως ηθικό άλλοθι— δεν έλεγε τίποτε από αυτά που επιχειρεί να του φορέσει. Ο Παπαρήγας, με απόλυτη διαύγεια, προειδοποιούσε για κάτι πολύ συγκεκριμένο: να μην διδάσκεις αφ’ υψηλού όταν δεν έχεις αναλάβει ευθύνη επαναστατικής εξουσίας. Αυτό ήταν ηθική στάση, όχι επιχείρημα υπέρ της Κίνας, ούτε υπέρ κάποιας μαγικής πολυμορφίας σοσιαλιστικών δρόμων.
Ο Πατέλης παραποιεί αυτό το μάθημα, χρησιμοποιώντας το ως ρόπαλο εναντίον όσων κάνουν το αυτονόητο: Ανάλυση της πραγματικότητας με τους όρους της Μαρξικής επιστήμης.
Η κριτική προς το κινεζικό μοντέλο (ή σε οποιοδήποτε μοντέλο) δεν είναι «ελιτισμός» ούτε «ιερατείο».
Είναι υποχρέωση όποιου παίρνει σοβαρά τον μαρξισμό.
Γιατί ο σοσιαλισμός δεν πιστοποιείται από την αυτοαναφορά ούτε από τη σημαία ούτε από τα συνθήματα. Κρίνεται από τις υλικές σχέσεις παραγωγής.
Το ερώτημα δεν είναι ποιος φωνάζει περισσότερο για «νομοτέλειες».
Το ερώτημα είναι:
ποιος αναλύει πραγματικά την κίνηση της πραγματικότητας;
Όταν η θεωρία υποκαθίσταται από προσωπικές επιθέσεις, τότε το πρόβλημα δεν είναι θεωρητικό — είναι πολιτικό.
Η οργίλη ρητορική της «αποκαθήλωσης των ιερατείων» λειτουργεί ως υποκατάστατο της Μαρξικής ανάλυσης.
Ο θόρυβος αντικαθιστά τη διαλεκτική.
Και η αγανάκτηση γίνεται πιο σημαντική από την αλήθεια.
Ο μαρξισμός όμως έχει μία βασική αρχή:
Η αλήθεια δεν καθορίζεται από τόνους, αλλά από σχέσεις.
Και οι σχέσεις δεν αποκαλύπτονται σε κείμενα που μοιράζουν ύβρεις, αλλά σε κείμενα που θέτουν ερωτήματα.
Η επανάσταση δεν θέλει επιθετικότητα.
Θέλει μέθοδο.
Η διαλεκτική δεν φοβάται την κριτική· φοβάται τη σύγχυση.
Και το συγκεκριμένο κείμενο του Πατέλη παράγει σύγχυση, όχι καθαρότητα.
Μετατρέπει τον μαρξισμό σε ύφος και όχι σε επιστήμη.
Σε πάθος και όχι σε γνώση.
Σε συσπείρωση πίστης και όχι σε διαύγαση της πραγματικότητας.
Επομένως, ναι:
χρειάζεται απάντηση.
Όχι για να γίνει προσωπική μάχη, αλλά για να υπερασπιστεί κάτι πολύ συγκεκριμένο:
ότι η Μαρξική μέθοδος δεν είναι προνόμιο κανενός, αλλά εργαλείο όλων.
Και ότι η επιστημονική αλήθεια δεν τρομοκρατείται από κραυγές, ούτε εκβιάζεται με επίκληση ηθικών φαντάσματα.
Αν κάτι ξεχωρίζει τον μαρξισμό από κάθε ιδεολογία, είναι αυτό:
ότι δεν φοβάται τα ερωτήματα.
Όποιος τα φοβάται, απλώς δεν μιλά μαρξιστικά — όσο και αν υψώνει τη φωνή του





