Υπάρχει μια βαθιά ριζωμένη κοινωνική πεποίθηση ότι το αλκοόλ είναι κάτι «άλλο» από τα ναρκωτικά. Ότι αποτελεί εξαίρεση. Ότι, σε μικρές ποσότητες, «κάνει καλό». Αυτή η πεποίθηση δεν είναι επιστημονικό συμπέρασμα· είναι πολιτισμικό προϊόν. Και όσο εξελίσσεται η επιστημονική γνώση, τόσο περισσότερο αποκαλύπτεται ότι το αλκοόλ δεν είναι απλώς ένα ναρκωτικό — αλλά ίσως το πιο επιβλαβές από όλα, ακριβώς επειδή είναι κοινωνικά νομιμοποιημένο.
Από καθαρά φαρμακολογική άποψη, η αιθανόλη είναι ψυχοδραστική ουσία που δρα στο κεντρικό νευρικό σύστημα. Καταστέλλει τον εγκέφαλο, επηρεάζει την κρίση, την κινητικότητα, τη μνήμη και τη συναισθηματική ρύθμιση. Δεν υπάρχει καμία επιστημονική αμφιβολία ότι το αλκοόλ είναι νευροτοξικό. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (WHO) έχει δηλώσει ρητά ότι δεν υπάρχει ασφαλές επίπεδο κατανάλωσης αλκοόλ όσον αφορά τη συνολική υγεία (WHO, 2023).
Η συχνά επαναλαμβανόμενη θέση ότι «ένα ποτήρι κρασί κάνει καλό στην καρδιά» έχει καταρριφθεί. Οι παλαιότερες μελέτες που έδειχναν καρδιοπροστατευτικό όφελος δεν είχαν επαρκή έλεγχο συγχυτικών παραγόντων: κοινωνική τάξη, διατροφή, τρόπος ζωής. Νεότερες μετά-αναλύσεις δείχνουν ότι τα φαινομενικά οφέλη δεν οφείλονται στο αλκοόλ, αλλά σε άλλους παράγοντες· ενώ ακόμη και μικρές ποσότητες αυξάνουν τον κίνδυνο καρκίνου (ιδίως μαστού, ήπατος, οισοφάγου) και εγκεφαλικών επεισοδίων (GBD 2018 Alcohol Collaborators).
Εδώ όμως αρχίζει το πραγματικά κρίσιμο σημείο της σύγκρισης με τα «παράνομα» ναρκωτικά. Μελέτη–σταθμός του David Nutt (Lancet, 2010) κατέταξε τις ψυχοδραστικές ουσίες όχι μόνο με βάση τη βλάβη στον χρήστη, αλλά και τη βλάβη στην κοινωνία. Το αποτέλεσμα ήταν αποκαλυπτικό: το αλκοόλ κατετάγη ως η πιο επιβλαβής ουσία συνολικά, πάνω από ηρωίνη, κοκαΐνη και μεθαμφεταμίνη, εξαιτίας του συνδυασμού σωματικής βλάβης, εξάρτησης, κοινωνικής διάλυσης, βίας και τροχαίων θανάτων.
Σε αντίθεση, ουσίες όπως η κάνναβη ή ακόμη και τα ψυχεδελικά (π.χ. ψιλοκυβίνη) εμφανίζουν σαφώς χαμηλότερο προφίλ εξάρτησης και κοινωνικής βλάβης, ενώ μελετώνται πλέον και για θεραπευτικές χρήσεις. Αυτό δεν σημαίνει ότι είναι ακίνδυνες· σημαίνει όμως ότι το ηθικό και νομικό καθεστώς των ουσιών δεν βασίζεται στην επιστήμη, αλλά σε ιστορικούς, οικονομικούς και ιδεολογικούς λόγους.
Από φιλοσοφική σκοπιά, το αλκοόλ λειτουργεί ως ουσία κοινωνικής πειθάρχησης. Δεν χρησιμοποιείται για να διευρύνει τη συνείδηση, αλλά για να τη μειώσει. Δεν οδηγεί σε υπέρβαση, αλλά σε αναστολή. Είναι το ναρκωτικό της καθημερινής εκτόνωσης, όχι της ρήξης. Επιτρέπεται επειδή δεν απειλεί τη δομή της κοινωνίας· αντίθετα, τη σταθεροποιεί. Ο άνθρωπος πίνει για να αντέξει — όχι για να αλλάξει.
Σε αυτό το σημείο, η προσωπική εμπειρία πολλών ανθρώπων συγκλίνει με τα δεδομένα: το αλκοόλ διαβρώνει σχέσεις, ενισχύει την επιθετικότητα, μειώνει την ενσυναίσθηση, εντείνει την κατάθλιψη και οδηγεί συχνά σε χρόνια εξάρτηση που γίνεται ορατή μόνο όταν είναι ήδη προχωρημένη. Σε αντίθεση με άλλα ναρκωτικά, ο αλκοολισμός είναι κοινωνικά αόρατος για μεγάλο διάστημα, επειδή καλύπτεται από την κανονικότητα.
Αν συγκρίνουμε αυστηρά, επιστημονικά και όχι ηθικολογικά, η απάντηση είναι σαφής: ναι, το αλκοόλ μπορεί να είναι συγκρίσιμα — και σε πολλές διαστάσεις χειρότερο — από αρκετά παράνομα ναρκωτικά. Όχι επειδή είναι πιο «ισχυρό» φαρμακολογικά, αλλά επειδή είναι μαζικό, καθημερινό, αποδεκτό και δομικά ενσωματωμένο στον τρόπο ζωής.
Το πραγματικό ερώτημα λοιπόν δεν είναι αν το αλκοόλ «κάνει καλό». Το ερώτημα είναι: γιατί μια κοινωνία επιλέγει να νομιμοποιεί την ουσία που προκαλεί τη μεγαλύτερη συνολική βλάβη; Η απάντηση δεν βρίσκεται στη βιοχημεία, αλλά στην πολιτική οικονομία της κανονικότητας.
Και ίσως, τελικά, το πιο επικίνδυνο στοιχείο του αλκοόλ δεν είναι η τοξικότητά του — αλλά το γεγονός ότι δεν το αναγνωρίζουμε ως αυτό που πραγματικά είναι.





