«Τα πάντα είναι πολιτική – Από τον έρωτα μέχρι το ζεϊμπέκικο»

Σε αυτό το άρθρο θα δούμε:

1 .Η Καθημερινότητα ως Πολιτική Σχέση

Το σημείο εκκίνησης κάθε ουσιαστικής πολιτικής θεωρίας δεν είναι οι θεσμοί, ούτε οι νόμοι, ούτε οι ψηφοφορίες. Είναι η ζωή. Ο τρόπος που αναπνέουμε, αγαπάμε, ονειρευόμαστε, μισούμε, χορεύουμε, σωπαίνουμε και γελάμε. Όταν ο Μαρξ έγραφε ότι «η ζωή είναι η πραγματική βάση της συνείδησης» (Marx & Engels, 1846/1976, σ. 36), δεν εννοούσε μια αφηρημένη, βιολογική ζωή, αλλά τη ζωή ως σύνολο κοινωνικών σχέσεων: ως ιστορικά διαμορφωμένη πρακτική, ως υλική εμπειρία, ως πεδίο δυνατοτήτων και περιορισμών. Από αυτό το σημείο εκκίνησης προκύπτει και η αναγκαία θέση που διατυπώνεται στην παρούσα θεματική: τα πάντα είναι πολιτική, όχι μεταφορικά ή ποιητικά, αλλά κυριολεκτικά. Η πολιτική δεν είναι μια ξεχωριστή σφαίρα της ύπαρξης, στην οποία μπαίνουμε για λίγο και μετά αποχωρούμε. Δεν είναι μια δραστηριότητα των «πολιτικών», ούτε μια τελετουργία κάθε τέσσερα χρόνια. Είναι η ίδια η δομή των σχέσεών μας με τον εαυτό, τους άλλους και τον κόσμο. Είτε φωνάζουμε σ’ ένα συλλαλητήριο είτε λέμε ένα αστείο σε φίλους, είτε σιωπούμε για να μη χάσουμε τη δουλειά μας είτε ερωτευόμαστε κάποιον σε συνθήκες καταπίεσης, δρούμε πολιτικά. Κάθε φορά που παίρνουμε θέση ή αποφεύγουμε να την πάρουμε, κάθε φορά που επιλέγουμε ή αναγκαζόμαστε να μην επιλέξουμε, συμμετέχουμε στη συγκρότηση του κοινωνικού συσχετισμού δύναμης. Η πολιτική δεν είναι κάτι που κάνουμε έξω από τον εαυτό μας. Είναι το πώς είμαστε.

Ο Αντόνιο Γκράμσι το διατύπωσε με ακρίβεια: «Όλοι είναι φιλόσοφοι, στο μέτρο που έχουν μια κοσμοθεωρία» (Gramsci, 1971). Και όπως όλοι είναι φιλόσοφοι, έτσι όλοι είναι και πολιτικοί, στο μέτρο που έχουν στάσεις, προτιμήσεις, πρακτικές και σχέσεις που εντάσσονται στο ευρύτερο πλέγμα της κοινωνικής εξουσίας. Η πολιτική δεν είναι ποτέ αθώα: είναι πάντα θέση – ακόμη κι όταν παρουσιάζεται ως αποχή. Το “δεν ασχολούμαι” είναι ήδη στάση ασχολίας, είναι επιλογή αδράνειας που επιτρέπει την κυριαρχία του άλλου. Όπως και το “αγαπώ χωρίς όρια”, σε έναν κόσμο γεμάτο όρια, είναι ήδη πολιτικό εγχείρημα ρήξης ή αφελές ένταγμα στο υπάρχον. Η ιδεολογική αυταπάτη του φιλελευθερισμού υπήρξε ακριβώς αυτή: η αποπολιτικοποίηση της καθημερινότητας. Το να θεωρείς τον έρωτα “προσωπική υπόθεση”, τον χορό “καλλιτεχνική έκφραση”, τη φιλία “ιδιωτική σχέση”, είναι επιλογή που αποσπά την πραγματικότητα από τους υλικούς όρους ύπαρξής της. Ο Μαρξ επιμένει ότι η αστική κοινωνία «επιχειρεί να παρουσιάσει τις σχέσεις εκμετάλλευσης ως σχέσεις φυσικής αναγκαιότητας ή ιδιωτικής βούλησης» (Marx, 1867/2011). Όμως τίποτα δεν είναι φυσικό ή ιδιωτικό όταν παράγεται εντός ταξικής κοινωνίας. Ο έρωτας δεν είναι “δικός μας” όταν εξαρτάται από μισθούς, χρόνο, κοινωνικές ανασφάλειες, πολιτισμικά πρότυπα και προκαθορισμένες ταυτότητες. Είναι πεδίο αγώνα — όχι για την κατάργηση του, αλλά για την απελευθέρωσή του από τις δομές της αλλοτρίωσης. Η ίδια η καθημερινότητα είναι ταξικά δομημένη. Δεν περνούν όλοι τις μέρες τους με τον ίδιο τρόπο. Δεν έχουν όλοι τις ίδιες ώρες ελευθερίας, την ίδια πρόσβαση στον ελεύθερο χρόνο, τα ίδια δικαιώματα στην αναψυχή, στη συντροφικότητα, στην έκφραση. Όπως διατυπώνεται στην εγελιανή και μαρξική παράδοση, η ελευθερία δεν είναι αφηρημένο δικαίωμα, αλλά συνθήκη δυνατότητας – και ως τέτοια είναι ανισομερώς κατανεμημένη στην ταξική κοινωνία. Ένας εργάτης που δουλεύει 10 ώρες με διακεκομμένα ωράρια δεν έχει την ίδια δυνατότητα να αγαπήσει, να γελάσει, να χορέψει ή να σιωπήσει, με κάποιον που ζει από πρόσοδο ή χρηματοοικονομικό κεφάλαιο. Άρα η “προσωπική” του ζωή είναι πολιτικά προκαθορισμένη. Η καθημερινή ζωή δεν είναι απλώς προέκταση της πολιτικής· είναι το ίδιο το έδαφός της. Ο Λούκατς το τόνισε εμφατικά όταν έγραψε ότι «η ταξική συνείδηση εκδηλώνεται πρώτα μέσα από τη διαμόρφωση της καθημερινής εμπειρίας» (Lukács, 1923/1971). Αυτό σημαίνει ότι ο τρόπος που βιώνουμε την ερωτική απόρριψη, την απώλεια, το τραγούδι ή τη μοναξιά, δεν είναι ποτέ έξω από την ιστορία. Η ίδια η σκέψη μας για το τι σημαίνει “άνθρωπος”, “έρωτας”, “δικαίωση”, “ομορφιά” είναι φορτισμένη από την ταξική θέση, την πολιτισμική ηγεμονία και την ιδεολογία. Δεν αγαπά το ίδιο ένας καταπιεστής με έναν καταπιεσμένο. Δεν τραγουδά το ίδιο κάποιος που έχει εξουσία με κάποιον που προσπαθεί να ανακτήσει την ανθρώπινή του υπόσταση μέσα από την τέχνη. Γι’ αυτό και η τέχνη – και ειδικά η λαϊκή τέχνη – είναι καθαυτό πολιτικό γεγονός. Όταν ο εργάτης χορεύει ζεϊμπέκικο μόνος του, με τα χέρια ανοιχτά, στη μέση ενός γλεντιού ή του δρόμου, δεν κάνει “παράσταση”. Εκφράζει την οριακή του συνείδηση, την ανάγκη του να σταθεί όρθιος, να μιλήσει χωρίς λόγια, να διεκδικήσει τον εαυτό του εκεί που το σύστημα τον εξαντλεί. Το ζεϊμπέκικο δεν είναι ένα «προσωπικό βίωμα», είναι ταξική υποκειμενικότητα σε στροβιλισμό. Όπως και το ρεμπέτικο δεν είναι ένα είδος «μουσικής», αλλά πολιτισμική έκφραση αποκλεισμένων και περιθωριοποιημένων που ζητούν να μιλήσουν για τον κόσμο χωρίς να αφομοιωθούν πλήρως σε αυτόν.

Όταν λοιπόν λέμε ότι “τα πάντα είναι πολιτική”, δεν εννοούμε ότι τα πάντα ορίζονται από κόμματα και βουλή. Εννοούμε ότι τίποτα δεν είναι έξω από τη δομή εξουσίας και δύναμης που καθορίζει τις ζωές μας. Η φιλία, η αγάπη, η δημιουργικότητα, το πάθος, το πένθος, το γέλιο, όλα γεννιούνται μέσα σε κοινωνικές σχέσεις που δεν είναι ουδέτερες. Το πώς εκφράζουμε τον πόνο μας, το πώς ονειρευόμαστε, το πώς αφηγούμαστε τη ζωή μας — όλα είναι συμπυκνώσεις της ιδεολογίας, ακόμα και όταν νομίζουμε ότι είναι αυθόρμητα ή αυθεντικά. Η πολιτική δεν είναι ένας εξωτερικός εισβολέας στη ζωή μας. Είναι η συνθήκη ύπαρξής της. Το ζήτημα δεν είναι να «αποπολιτικοποιήσουμε» την καθημερινότητα, αλλά να την κατανοήσουμε ως πεδίο μάχης, αλληλεπίδρασης, μετασχηματισμού. Εκεί που τραγουδάμε, αγαπάμε, χορεύουμε ή σωπαίνουμε, εκεί διεξάγεται η πάλη μεταξύ κυριαρχίας και ελευθερίας. Το ερώτημα είναι: ποιον κόσμο ενσαρκώνουμε όταν αγκαλιάζουμε; Ποια δυνατότητα εκφράζουμε όταν γελάμε;

2 . Ο Έρωτας, η Φιλία, το Τραγούδι και ο Χορός ως Πολιτικά Γεγονότα

 Αν αποδεχθούμε ότι η καθημερινή ζωή είναι πεδίο πολιτικής συγκρότησης, τότε κάθε εμπειρία που θεωρείται προσωπική είναι στην πραγματικότητα δημόσια μορφή ενσωμάτωσης ή ρήξης με τον υλικό κόσμο. Ο έρωτας, η φιλία, το τραγούδι και ο χορός, όσο αθώα και να παρουσιάζονται, είναι πράξεις βαθιά ιδεολογικές· όχι επειδή τις διαμορφώνει ένα δόγμα, αλλά επειδή ενσαρκώνουν ό,τι πιο συγκρουσιακό έχει να επιδείξει η κοινωνική ύπαρξη: τη σχέση ανάμεσα στο άτομο και το Όλον, ανάμεσα στο επιθυμώ και το μπορώ, ανάμεσα στο προσφέρω και στο εμποδίζομαι. Σε αυτά τα βιώματα διακυβεύεται όχι απλώς η ψυχολογία, αλλά η ίδια η δομή της συνείδησης ως μορφή ιστορικής δυνατότητας ή καθηλωμένης αλλοτρίωσης.

Ο έρωτας είναι, ίσως, το πιο ιδεολογικά φορτισμένο από όλα. Δεν υπάρχει «καθαρός» έρωτας σε καμία κοινωνία – πόσο μάλλον σε ταξική. Από την επιλογή συντρόφου, μέχρι τη μορφή οικειότητας, τη γλώσσα της επιθυμίας και τον τρόπο επιβεβαίωσης, όλα τα επίπεδα του ερωτικού βιώματος διαμεσολαβούνται από πρότυπα, νόρμες, συνθήκες και ταξικές κατανομές. Η εικόνα του «ρομαντικού έρωτα» – όπως τον αναπαράγουν τα ΜΜΕ, ο κινηματογράφος, η λογοτεχνία – είναι ήδη μορφή ιδεολογικής υπερδομής που αποσκοπεί στο να αποκρύψει την ιστορικότητα της επιλογής. Όταν λέμε «θέλω να ερωτευτώ», σπάνια συνειδητοποιούμε πως το “ποιον”, “πώς”, “πού” και “με τι ρίσκο” διαμορφώνεται από ταξική θέση, φύλο, εργασία, χρόνο και κεφάλαιο. Η επιλογή συντρόφου δεν είναι καθαρή βούληση — είναι συχνά κοινωνικά επιτρεπτή σύμβαση, και κάθε απόκλιση από αυτή συνεπάγεται κόστος: θεσμικό, συναισθηματικό, συμβολικό. Ο έρωτας των αστών δεν είναι ο ίδιος με τον έρωτα των εργατών. Ο πρώτος έχει χώρο, χρόνο, ανεξαρτησία από την υλική επιβίωση· ο δεύτερος είναι στριμωγμένος μέσα στο 8ωρο, στο ενοίκιο, στην ανάγκη μετακίνησης, στη φθορά της ανασφάλειας. Η ταξική ανισότητα εντός της ερωτικής σχέσης παράγει ασυμμετρίες επιθυμίας, προσδοκίας, αναμονής και αντοχής. Ακόμη και η “ελευθερία” να διαλέξεις ή να φύγεις, είναι πολιτικά άνιση. Και αυτή η ανισότητα δεν είναι εξαίρεση — είναι ο κανόνας του καπιταλιστικού ερωτικού βίου.

Η φιλία, από την άλλη, είναι το πιο δύσκολα χειραγωγήσιμο πολιτικό συμβάν. Δεν βασίζεται στην ανάγκη αναπαραγωγής, ούτε εντάσσεται θεσμικά στην οικογένεια ή στην αγορά. Γι’ αυτό και είναι τόσο επικίνδυνη για το σύστημα: επειδή είναι σχέση χωρίς ανταπόδοση κεφαλαίου, δηλαδή πράξη αυθεντικής κοινότητας. Αλλά ακόμη και αυτή η φιλία τείνει να αλλοτριώνεται. Όταν οι φίλοι δεν μπορούν να συναντηθούν λόγω εργασιακού ωραρίου, όταν η παρέα μετριέται με stories και επιβεβαιώνεται μέσα από ψηφιακά likes, τότε η φιλία υφίσταται το βάρος της αγοράς ακόμη και χωρίς να το αντιλαμβάνεται. Η “καλή παρέα” στην καφετέρια μπορεί να είναι μορφή ελευθερίας, αλλά και εικονική μορφή κοινωνικότητας που υποκαθιστά την οργάνωση και την κοινή πράξη. Και το κράτος προτιμά χίλιες φορές φίλους που γελούν απολίτικα, παρά συντρόφους που σκέφτονται ιστορικά.

Το τραγούδι — ειδικά το λαϊκό — είναι από τη φύση του κοινωνικός δείκτης. Δεν υπάρχει λαϊκό τραγούδι που να είναι “ουδέτερο”. Όταν ο άνθρωπος τραγουδά, τραγουδά επειδή δεν έχει άλλα μέσα να πει την αλήθεια του. Η λαϊκή φωνή δεν είναι αισθητικό γεγονός, είναι κραυγή εμπειρίας. Το ρεμπέτικο δεν γεννήθηκε από καλλιτεχνική έμπνευση, αλλά από την ανάγκη των κοινωνικά αποκλεισμένων να πουν ότι υπάρχουν. Το δημοτικό τραγούδι δεν ήταν απλώς περιγραφή του έρωτα και του θανάτου· ήταν συλλογική μνήμη των χωρικών πριν αποκτήσουν κράτος ή τάξη. Η πολιτική λειτουργία του τραγουδιού βρίσκεται στο ποιον συγκινεί, πώς τον συγκινεί και τι του επιτρέπει να σκεφτεί ή να ξεχάσει. Όταν ένας εργάτης τραγουδά για τη φτώχεια, δεν το κάνει για να ψυχαγωγηθεί — το κάνει για να επιβιώσει από το άδικο.

Ο χορός, τέλος, είναι το σώμα στην πιο απελευθερωμένη αλλά και πιο επιτηρούμενη μορφή του. Το ζεϊμπέκικο, όταν χορεύεται μόνο από άντρα, σε κύκλο που τον κοιτά, είναι ήδη πολιτική εκτέλεση ρόλου. Είναι η αποτύπωση του πόνου σε κοινό θέαμα, η δήλωση ότι “στέκομαι όρθιος παρ’ όλα αυτά”, η έκκληση για σεβασμό χωρίς λόγια. Και όσο πιο αυθεντικό είναι το βίωμα, τόσο πιο πολιτικά έντονη είναι η παρουσία του. Δεν είναι τυχαίο ότι ο χορός απαγορεύτηκε ή περιθωριοποιήθηκε σε συνθήκες αυταρχισμού. Το σώμα που χορεύει είναι σώμα που δεν πειθαρχεί στην εργασία, στην τάξη, στο καθήκον. Το σώμα που χορεύει ελεύθερα είναι σώμα που πολιτεύεται αλλιώς.

Όλα αυτά — ο έρωτας, η φιλία, το τραγούδι, ο χορός — δεν είναι “συμπληρωματικά” της ζωής. Είναι η ζωή ως πολιτική εμπειρία. Κάθε φορά που αγαπάμε, φιλιόμαστε, τραγουδάμε ή αγκαλιαζόμαστε, αναπαράγουμε ή υπερβαίνουμε την τάξη που μας όρισε. Το ζήτημα δεν είναι να απαρνηθούμε αυτά τα βιώματα, αλλά να τα καταλάβουμε ως σημεία αγώνα. Εκεί που ο άλλος λέει “έλα μωρέ, μην τα πολιτικοποιείς όλα”, πρέπει να απαντάμε: μα αυτό ακριβώς κάνει η εξουσία – τα ιδιωτικοποιεί για να τα κρατήσει υπό έλεγχο.

3. Από το Βίωμα στη Συνείδηση: Η Καθημερινή Ζωή ως Πεδίο Ρήξης ή Υποταγής

Αν κάθε πτυχή της καθημερινής ζωής είναι εμποτισμένη με πολιτική σημασία, τότε ο τρόπος που βιώνουμε, νοηματοδοτούμε και αντανακλούμε αυτά τα βιοτικά συμβάντα αποτελεί όχι απλώς καταγραφή, αλλά επικύρωση ή άρνηση της κυριαρχίας. Και εδώ ακριβώς παίζεται το ουσιώδες διακύβευμα κάθε πολιτισμικής ανάλυσης με Μαρξικό βάθος: το αν το βίωμα αναπαράγει τη δομή, ή αν σπάει τη δομή εκ των έσω. Δεν είναι το αν χορεύεις, τραγουδάς ή αγαπάς — αλλά το πώς, το σε ποιον χώρο, και το με ποια συνείδηση των όρων που σε διαμορφώνουν. Η συνείδηση δεν είναι αντανάκλαση απλώς, αλλά δυνατότητα μετασχηματισμού. Και αυτό, σε κοινωνίες αλλοτριωμένες, είναι ήδη πολιτική πράξη. Η καθημερινή ζωή, όπως την περιγράψαμε, είναι πεδίο συμβιβασμών και συμβόλων. Το ζήτημα είναι αν μπορεί να γίνει πεδίο ρήξης και συγκρότησης πολιτικού υποκειμένου. Για να συμβεί αυτό, η υποκειμενικότητα πρέπει να πάψει να βιώνει τα βιώματά της ως αυτονόητα και αδιαπραγμάτευτα. Ο άνθρωπος πρέπει να δει τον εαυτό του ως προϊόν και φορέα της ιστορίας, όχι ως αποκομμένη ατομικότητα που απλώς “συμβαίνει”. Ο Μαρξ το θέτει αυτό καθαρά στην Εισαγωγή στην Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας (1859): «Οι άνθρωποι δεν συνειδητοποιούν ότι είναι οι ίδιοι που παράγουν τις κοινωνικές τους σχέσεις». Και τούτο σημαίνει πως ο τρόπος που αγαπάμε, γελάμε ή χορεύουμε, δεν είναι φυσικός — είναι ιστορικός. Η πολιτική κουλτούρα που αρνείται να πολιτικοποιήσει τη ζωή είναι εκείνη που παγιώνει την ηγεμονία της τάξης που εξουσιάζει. Αυτό είναι το μέγα τέχνασμα του φιλελευθερισμού: να μετατρέπει τα κοινωνικά σε προσωπικά και τα ιστορικά σε ιδιωτικά. Να λέει: “έρωτας είναι ο έρωτας”, “φιλία είναι η φιλία”, “μουσική είναι η μουσική”, σα να μην υπάρχουν μέσα τους σχέσεις εξουσίας, καταπίεσης και δυνατότητας. Η νεοφιλελεύθερη εποχή αποθεώνει το βίωμα ως εμπόρευμα, το συναίσθημα ως κατανάλωση και την αυτοέκφραση ως μορφή πειθαρχίας μέσα από την αισθητική. Αυτό που παρουσιάζεται ως ελευθερία, είναι συχνά η πιο εκλεπτυσμένη μορφή υποταγής — γιατί ακριβώς ο άλλος δεν σε αναγκάζει πια με το ζόρι, αλλά με το «σου αξίζει». Γι’ αυτό και η πολιτική συνείδηση δεν αρχίζει στο σύνταγμα ή στο μανιφέστο. Αρχίζει όταν ο εργάτης ερωτεύεται με πλήρη συνείδηση της αλλοτρίωσής του· όταν η γυναίκα που χορεύει ξέρει ότι το σώμα της δεν ανήκει ούτε στον εραστή της ούτε στο βλέμμα της κοινωνίας· όταν ο φίλος δεν είναι συνομιλητής της ρουτίνας αλλά σύντροφος της πράξης. Η πολιτική κουλτούρα αλλάζει όταν η εμπειρία αποκόπτεται από την ιδεολογική της αγκύλωση και μετατρέπεται σε εργαλείο ερμηνείας του κόσμου. Η αγκαλιά, τότε, δεν είναι απλώς αγκαλιά — είναι πράξη αναγνώρισης της κοινής ανάγκης. Το ζεϊμπέκικο δεν είναι αυτοσχεδιασμός — είναι μαρτυρία επιμονής σε έναν κόσμο που θέλει να μας κάνει σιωπηλούς. Η τέχνη εδώ δεν παίζει δευτερεύοντα ρόλο. Το τραγούδι, η ποίηση, το θέατρο, η αφήγηση — όλα είναι μορφές συλλογικής αυτοσυνείδησης ή υποκατάστατα της. Εξαρτάται πώς τα εντάσσουμε. Ο λαϊκός στίχος «εδώ στο φτωχοκάλυβο, ποτέ μας δεν πεινάσαμε / γιατί είχαμε τον έρωτα και δίπλα το τσιγάρο» μπορεί να είναι ή ρομαντικοποίηση της φτώχειας, ή σπαραγμός για την αξιοπρέπεια. Αν μείνει αισθητική, ενσωματώνεται στο σύστημα. Αν μετατραπεί σε συλλογικό βίωμα και θεωρία ταυτόχρονα, γίνεται δυναμική απελευθέρωσης. Ο Benjamin το διατύπωσε απλά: «Δεν υπάρχει πολιτιστικό προϊόν που να μην φέρει μέσα του τα ίχνη της βαρβαρότητας» (Benjamin, 1940/2003). Εμείς επιλέγουμε αν αυτά τα ίχνη θα τα συγκαλύψουμε ή θα τα αποκαλύψουμε. Η καθημερινή ζωή γίνεται πολιτικό πεδίο όταν οι άνθρωποι αναγνωρίζουν τους εαυτούς τους ως δρώντα υποκείμενα εντός της. Ο έρωτας χωρίς ταξική συνείδηση μπορεί να καταλήξει σε φεουδαρχική κατοχή. Η φιλία χωρίς ιστορική μνήμη μπορεί να μετατραπεί σε κοινωνικό ντεκόρ. Το χορευτικό σώμα χωρίς κριτική στην πατριαρχία μπορεί να αναπαράγει εξουσιαστικές σιωπές. Η ψυχή χωρίς συνείδηση καταλήγει επιχειρηματικό εγώ. Αντίθετα, όλα αυτά μπορούν να μετατραπούν σε πυρήνες πολιτικής συνάντησης, όταν βγουν από την αφάνεια και καταστούν μέσα συλλογικού στοχασμού και πράξης. Στην πραγματικότητα, αυτό είναι και το κρίσιμο διακύβευμα κάθε επαναστατικής στρατηγικής: όχι απλώς η αλλαγή της οικονομίας, αλλά η μετατροπή της καθημερινότητας σε σχέδιο απελευθέρωσης. Η επανάσταση που περιορίζεται στο κράτος, χάνει τον άνθρωπο. Η αλλαγή που δεν αφορά τον έρωτα, τον πόνο και το τραγούδι, δεν αφορά τίποτα. Η νέα πολιτική κουλτούρα, αν υπάρξει, θα γεννηθεί από τη ρήξη με το ιδιωτικό ως αυτονόητο. Θα πει: ό,τι είναι δικό μου, είναι ιστορικά δικό μου – και άρα μετασχηματίσιμο. Το προσωπικό είναι πολιτικό, γιατί το πολιτικό είναι το πεδίο που καθορίζει ποιο “προσωπικό” είναι δυνατόν και ποιο όχι. Η μαρξική πρόταση, συνεπώς, δεν είναι να αρνηθούμε τον χορό, τον έρωτα, την αγκαλιά, το φίλημα ή το τραγούδι. Είναι να τα παραγάγουμε εκ νέου, ως μορφές ελευθερίας. Όχι ως εμπόρευμα, ούτε ως φολκλόρ. Αλλά ως συλλογικές μορφές αυτογνωσίας και σχέσης με τον άλλο. Και αυτό είναι το πιο επαναστατικό πράγμα που μπορεί να συμβεί: να αγαπήσουμε, να χορέψουμε, να τραγουδήσουμε και να ζήσουμε αλλιώς – όχι απλώς για μας, αλλά μαζί.

Μωυσίδης Αθανασίου Χαράλαμπος

Πολιτικές Επιστήμες – Συγγραφέας  – Διαλεκτικός Υλισμός

Search
Share:

Σε αυτό το άρθρο θα δούμε:

Συντάκτης

Picture of Μωυσίδης Χαράλαμπος

Μωυσίδης Χαράλαμπος

Συγγραφέας με Διαλεκτικοϋλιστική Ανάλυση, Μαρξική Κριτική και Πρόταση

Αρθρογραφία