Πατριαρχία , μητριαρχία και η κομμουνιστική υπέρβαση

Σε αυτό το άρθρο θα δούμε:
  1. Η πατριαρχική μέτρηση των βαθμών συγγένειας

Η μέτρηση των βαθμών συγγένειας, όπως έχει καταγραφεί στον αστικό κώδικα και στις παραδόσεις του ρωμαϊκού δικαίου, δεν είναι ούτε φυσική ούτε αιώνια· είναι προϊόν ιστορικής συγκρότησης που φέρει έντονα το αποτύπωμα της πατριαρχικής κοινωνίας. Στον ρωμαϊκό πολιτισμό, όπου διαμορφώθηκε η έννοια της patria potestas, δηλαδή η εξουσία του πατέρα, η συγγένεια ορίστηκε με κέντρο τον άνδρα-πατέρα ως φορέα ονόματος, περιουσίας και νομικής υποχρέωσης. Αυτό σήμαινε ότι κάθε βαθμός συγγένειας μετρούνταν πρωτίστως ως σχέση προς τον πατέρα και μέσω αυτού επεκτεινόταν στις πλάγιες γραμμές. Η μητέρα ήταν μεν αναγνωρισμένη βιολογικά, αλλά δεν είχε τον ίδιο νομικό ρόλο ούτε στη διαδοχή ούτε στη θεσμική επιβεβαίωση της καταγωγής. Έτσι, ο πρώτος βαθμός εξ αίματος υπολογιζόταν ως πατέρας-παιδί, και οι υπόλοιποι ως επεκτάσεις από τον ίδιο άξονα. Η δομή αυτή μεταφέρθηκε αυτούσια στο βυζαντινό δίκαιο και κατόπιν στο νεότερο ελληνικό αστικό δίκαιο, δημιουργώντας την ψευδαίσθηση ότι αποτελεί «φυσικό» κανόνα, ενώ στην πραγματικότητα είναι ιδεολογική μορφή που αντανακλά τις ανάγκες της πατριαρχικής οικογένειας για κατοχύρωση περιουσιακών σχέσεων. Όπως σημειώνει ο Ένγκελς στο έργο του Η καταγωγή της οικογένειας, της ατομικής ιδιοκτησίας και του κράτους, «η μονογαμία γεννήθηκε από τη συγκέντρωση πλούτου στα χέρια των ανδρών και από την ανάγκη τους να μεταβιβάσουν αυτόν τον πλούτο στα παιδιά τους» (Engels, 1884/1972, σ. 89). Δηλαδή, η ίδια η κατηγοριοποίηση των βαθμών συγγένειας οργανώθηκε ώστε να υπηρετεί την εξασφάλιση της πατρικής κληρονομικής γραμμής και την απαγόρευση της γυναικείας ελευθερίας επιλογών. Η Εκκλησία, ιδιαίτερα μετά τον 4ο αιώνα, επέβαλε ακόμη πιο αυστηρούς περιορισμούς στους γάμους εξ αίματος και εξ αγχιστείας, όχι μόνο για λόγους βιολογικούς, αλλά πρωτίστως για να ελέγξει τις ενώσεις και να αποτρέψει δίκτυα που θα μπορούσαν να παρακάμψουν την πατρική εξουσία. Το δίκαιο των κανόνων που απαγόρευε γάμους ακόμη και σε μακρινούς βαθμούς συγγένειας είχε λιγότερο να κάνει με γενετική προστασία και περισσότερο με την κανονιστική διάρθρωση της οικογένειας γύρω από τον άντρα-πατέρα. Ο Λένιν, όταν ανέλυε το γάμο στη σοβιετική περίοδο, υπογράμμιζε ότι «η οικογένεια ως θεσμός πρέπει να ιδωθεί στην ιστορικότητά της, δηλαδή ως όργανο κυριαρχίας και όχι ως αιώνια κατηγορία» (Lenin, 1919/1977, σ. 178). Επομένως, η ιεραρχία των βαθμών συγγένειας που σήμερα θεωρούμε αυτονόητη είναι στην πραγματικότητα ταξικό και πατριαρχικό προϊόν, οργανωμένο για να διασφαλίζει την αναπαραγωγή της ιδιοκτησίας και την υπαγωγή της γυναίκας στην ανδρική εξουσία. Αν δούμε την εφαρμογή στο κληρονομικό δίκαιο, γίνεται φανερό ότι οι βαθμοί συγγένειας καθορίζουν ποιος έχει δικαίωμα διαδοχής. Ο πρώτος βαθμός εξ αίματος, τα παιδιά, είναι οι βασικοί κληρονόμοι, κατόπιν οι γονείς, τα αδέλφια και οι πιο μακρινοί συγγενείς. Αυτό το σχήμα δεν αντανακλά απλώς τη «φυσική» εγγύτητα, αλλά την ανάγκη του πατέρα να εξασφαλίσει ότι ο πλούτος του θα παραμείνει εντός της πατρικής γραμμής. Αντίθετα, η μητέρα δεν ήταν ποτέ κέντρο της διαδοχής. Η γυναίκα, αν και βιολογικά μητέρα, θεωρούνταν περισσότερο ως «αγωγός» της πατρικής σποράς.

Η πατριαρχική ιδεολογία έφτασε να ορίσει ότι η μητέρα έχει μικρότερο δικαίωμα διαδοχής από μακρινούς συγγενείς του πατέρα, γεγονός που δείχνει καθαρά τον ταξικό χαρακτήρα του θεσμού. Ο Μαρξ, αναλύοντας την ιδιοκτησία, σημείωνε ότι «ο οικογενειακός δεσμός ως σχέση κληρονομιάς δεν είναι παρά αντανάκλαση της ιδιοκτησίας και του τρόπου παραγωγής» (Marx, 1867/1990, σ. 485). Δηλαδή, ακόμη και οι πιο προσωπικές σχέσεις, όπως ο δεσμός γονέα-παιδιού, υποτάχθηκαν στη λογική της αναπαραγωγής του πλούτου. Η μέτρηση των βαθμών συγγένειας στους γάμους λειτουργεί επίσης ως μέσο ελέγχου. Το γεγονός ότι απαγορεύονται γάμοι μέχρι τον τρίτο βαθμό εξ αίματος και μέχρι ορισμένο βαθμό εξ αγχιστείας, δεν σχετίζεται μόνο με γενετικές ανησυχίες. Στην πραγματικότητα, επιβάλλεται για να εμποδίσει τη δημιουργία ισχυρών οικογενειακών συνασπισμών εκτός του άξονα που ορίζει ο πατέρας. Όπως δείχνει η ανάλυση του Ιλιένκοφ για το ιδεατό, «οι κατηγορίες με τις οποίες σκεφτόμαστε την κοινωνία δεν είναι απλές νοητικές εικόνες, αλλά τρόποι υλικής οργάνωσης της πραγματικότητας» (Ilyenkov, 1977/1982, σ. 34). Η κατηγορία του βαθμού συγγένειας, επομένως, δεν είναι αφηρημένη, αλλά εκφράζει μια συγκεκριμένη οργάνωση εξουσίας μέσα στην οικογένεια και την κοινωνία.

Επιπλέον, η διάκριση ανάμεσα σε συγγένεια εξ αίματος και συγγένεια εξ αγχιστείας καταδεικνύει την ταξική και πατριαρχική σκοπιμότητα. Η συγγένεια εξ αίματος υπερισχύει πάντα: είναι αυτή που δίνει δικαιώματα κληρονομιάς, διατροφής, επιμέλειας. Η συγγένεια εξ αγχιστείας είναι παραπληρωματική, με μόνη έννοια να εντάξει τον γαμπρό ή τη νύφη στη γραμμή της πατρικής εξουσίας. Αυτό σημαίνει ότι ο άντρας-πατέρας μπορεί να καθορίσει ποιος είναι «εντός» και ποιος «εκτός» του οίκου. Η γυναίκα, αντίθετα, εντάσσεται στο σπίτι του άντρα, δεν κουβαλά το δικό της δίκτυο ως κεντρικό. Ο Ρουμπινστάιν, μιλώντας για τη δραστηριότητα ως κοινωνικό γεγονός, επισήμανε ότι «οι σχέσεις που εμφανίζονται ως ατομικές στην πραγματικότητα έχουν κοινωνικό περιεχόμενο, καθορίζονται από το συνολικό σύστημα» (Rubinstein, 1957/1973, σ. 112). Η συγγένεια λοιπόν, και ιδίως η αγχιστεία, δεν είναι προσωπική επιλογή, αλλά τρόπος ένταξης στο συνολικό σύστημα αναπαραγωγής της πατριαρχικής οικογένειας. Αν συγκρίνουμε με άλλες μορφές κοινωνικής οργάνωσης, βλέπουμε ότι η πατριαρχική μέτρηση των βαθμών συγγένειας είναι μόνο μία ιστορική εκδοχή. Ο Λιούις Μόργκαν, τον οποίο αξιοποίησε ο Ένγκελς, είχε καταγράψει κοινότητες όπου η συγγένεια μετρούνταν μητρογραμμικά, δηλαδή μέσω της μητέρας και των αδελφών της. Σε αυτές τις κοινωνίες, ο αδελφός της μητέρας είχε περισσότερο ρόλο στον ανεψιό από ό,τι ο βιολογικός πατέρας. Το γεγονός αυτό καταδεικνύει ότι οι βαθμοί συγγένειας δεν είναι βιολογικά δεδομένα αλλά κοινωνικά συμβόλαια, που η κάθε κοινωνία αναπροσδιορίζει σύμφωνα με τον τρόπο παραγωγής της. Στον καπιταλισμό, η πατριαρχική δομή διατηρείται διότι εξυπηρετεί την ιδιοκτησία, την κληρονομιά και την κυριαρχία του άντρα πάνω στη γυναίκα. Όπως σημείωνε ο Μαρξ, «η κυρίαρχη ιδεολογία σε κάθε εποχή είναι η ιδεολογία της κυρίαρχης τάξης» (Marx & Engels, 1845/1970, σ. 64). Συνεπώς, η ιδεολογία της πατριαρχικής συγγένειας είναι ιδεολογία της αστικής τάξης, που απαιτεί πατέρα-ιδιοκτήτη και μητέρα-φορέα αναπαραγωγής. Η ίδια η απαγόρευση ή η αναγνώριση συγκεκριμένων γάμων φανερώνει την πολιτική διάσταση των βαθμών συγγένειας. Το γεγονός ότι δύο πρώτα ξαδέλφια μπορούν να παντρευτούν νόμιμα, ενώ ένας πεθερός και μια νύφη όχι, δείχνει ότι ο νόμος δεν βασίζεται σε γενετική λογική αλλά σε κοινωνική: είναι ανεπίτρεπτη η διάρρηξη της πατρικής εξουσίας εντός της ίδιας οικογένειας, αλλά επιτρέπεται η συμμαχία δύο παράλληλων πατρικών γραμμών. Η λογική αυτή δεν έχει να κάνει με την υγεία των παιδιών αλλά με την αναπαραγωγή της εξουσίας. Το ζήτημα λοιπόν των βαθμών συγγένειας, όπως σήμερα το γνωρίζουμε, είναι θεμέλιο της πατριαρχίας: ορίζει τι είναι «νόμιμο» και «παράνομο», τι είναι «εντός» και «εκτός» του οίκου, πώς διασφαλίζεται η μετάβαση του πλούτου και η διατήρηση του πατρικού ονόματος.

Η μαρξική κριτική αποκαλύπτει ότι η μέτρηση των βαθμών συγγένειας δεν είναι απλή βιολογική μέτρηση, αλλά ταξική κατασκευή. Η γραμμή του πατέρα έγινε κανόνας όχι γιατί είναι «φυσική», αλλά γιατί ήταν απαραίτητη στην εμφάνιση της ατομικής ιδιοκτησίας και του κράτους. Η γυναίκα εκτοπίστηκε από το κέντρο της συγγένειας για να μην μπορεί να αναπαράγει ανεξάρτητα κοινωνικές δομές. Αυτό που εμφανίζεται ως «νόμιμοι βαθμοί» είναι απλώς η θεσμοποίηση της πατριαρχικής ιδιοκτησίας. Και γι’ αυτό η μελέτη τους δεν είναι ζήτημα νομικιστικό, αλλά βαθιά πολιτικό: αποκαλύπτει πώς η εξουσία οργανώνεται στον πιο προσωπικό και καθημερινό χώρο, την οικογένεια, ώστε να διασφαλίζεται η διαιώνιση της ταξικής κυριαρχίας.

  • Μητριαρχική μέτρηση βαθμών συγγένειας

Αντίθετα με το πατριαρχικό δίκαιο που γνώρισε η Ευρώπη και κληροδότησε το ρωμαϊκό σύστημα, σε πολλές πρώιμες κοινωνίες και σε πλήθος εθνολογικών καταγραφών συναντούμε τη μητριαρχική ή μάλλον τη Μητρογραμμική οργάνωση της συγγένειας, όπου το κέντρο δεν είναι ο πατέρας αλλά η μητέρα. Εκεί η μέτρηση των βαθμών συγγένειας, δηλαδή η θεσμοποιημένη αναγνώριση της εγγύτητας και της νομιμότητας των σχέσεων, δεν ξεκινά από τον πατέρα αλλά από τη μητέρα. Ο πρώτος βαθμός εξ αίματος ορίζεται μητέρα-παιδί, ο δεύτερος είναι τα αδέλφια από την ίδια μητέρα, και στη συνέχεια η γραμμή συνεχίζεται προς τη γιαγιά και τον θείο ή τη θεία από την πλευρά της μητέρας. Αυτό σημαίνει ότι η βιολογική καταγωγή δεν αναγνωρίζεται μόνο ως γεγονός, αλλά ως κοινωνικό θεμέλιο: η μητέρα είναι το κέντρο γύρω από το οποίο διαρθρώνεται η συγγένεια, ενώ ο πατέρας μπορεί να έχει ρόλο συντρόφου, αλλά δεν αποτελεί την πηγή της νομιμοποίησης. Ο Μόργκαν, που μελέτησε τις ιροκέζικες φυλές, περιγράφει ότι εκεί τα παιδιά θεωρούνταν να ανήκουν στο γένος της μητέρας, ενώ ο βιολογικός πατέρας δεν είχε νομικό ρόλο∙ αντίθετα, ο αδελφός της μητέρας, δηλαδή ο θείος, είχε καθήκοντα κηδεμονίας και εξουσίας στα παιδιά (Morgan, 1877/1963). Αυτή η διάταξη δείχνει ότι οι βαθμοί συγγένειας δεν είναι βιολογικό αυτονόητο αλλά κοινωνική κατασκευή που εξαρτάται από τον τρόπο οργάνωσης της ιδιοκτησίας και της παραγωγής.

Η μητρογραμμική συγγένεια αντιστοιχεί σε έναν τύπο κοινωνίας όπου η ιδιοκτησία είναι συλλογική ή φυλετική και όχι ατομική. Επειδή δεν υπάρχει ανάγκη να περάσει περιουσία στον «γιο του πατέρα», δεν χρειάζεται και ο αυστηρός έλεγχος της γυναικείας σεξουαλικότητας. Αντίθετα, η μητέρα είναι εκείνη που εγγυάται την καταγωγή, αφού η μητρότητα είναι αδιαμφισβήτητη. Γι’ αυτό και σε τέτοιες κοινωνίες οι γυναίκες μπορούν να έχουν πολλούς συντρόφους ή να παντρεύονται περισσότερες από μία φορές χωρίς κοινωνική καταδίκη, καθώς το παιδί ανήκει πάντα στο γένος της μητέρας. Η σχέση γάμου δεν χρησιμοποιείται ως μηχανισμός κατοχύρωσης της πατρότητας αλλά ως κοινωνικός δεσμός ενσωμάτωσης του άντρα στον οίκο της γυναίκας. Όπως σημειώνει ο Ένγκελς αναλύοντας τα ευρήματα του Μόργκαν, «η μητρική γραμμή ήταν αρχικά η μόνη γνωστή, και μόνο αργότερα, με την ιδιοκτησία, επιβλήθηκε η πατρική γραμμή» (Engels, 1884/1972, σ. 51). Δηλαδή, η μετάβαση από τη μητριαρχία στην πατριαρχία δεν ήταν φυσική εξέλιξη, αλλά συνέπεια της ανόδου της ατομικής ιδιοκτησίας και της ανάγκης να ορισθεί σαφώς ποιος γιος θα κληρονομήσει.

Στο πλαίσιο της μητρογραμμικής συγγένειας, οι βαθμοί εξ αίματος αναδιατάσσονται. Ο πρώτος βαθμός είναι η μητέρα, όχι ο πατέρας. Ο δεύτερος βαθμός είναι τα παιδιά της ίδιας μητέρας, τα μητρογραμμικά αδέλφια. Ο τρίτος περιλαμβάνει τον θείο από την πλευρά της μητέρας, καθώς και τα εγγόνια της μητέρας. Ο τέταρτος εκτείνεται στα ξαδέλφια μέσω της μητέρας. Ενώ στην πατριαρχία, ο πατέρας είναι το κέντρο και η μητέρα σχεδόν απορροφάται στη σφαίρα του, εδώ η μητέρα είναι η θεσμική αρχή, η γιαγιά είναι πρόσωπο ανώτερο και η εξουσία δεν διαχέεται μέσω των ανδρών αλλά μέσω των γυναικών. Η αγχιστεία, αντίστοιχα, παίρνει διαφορετική μορφή. Ο γαμπρός δεν είναι απλώς Α΄ βαθμού αγχιστείας με τον πεθερό, αλλά εντάσσεται στον οίκο της πεθεράς, δηλαδή της μητέρας της γυναίκας του. Δεν έχει εξουσία να απαγορεύσει στη γυναίκα του να παντρευτεί ξανά ή να έχει άλλες σχέσεις, γιατί το παιδί που γεννιέται θα ανήκει έτσι κι αλλιώς στον μητρικό οίκο. Η έννοια του «νόθου παιδιού» δεν έχει νόημα, αφού όλα τα παιδιά είναι νόμιμα εφόσον έχουν μητέρα.

Η κοινωνική δύναμη του άντρα στη μητρογραμμική κοινωνία δεν είναι μηδενική, αλλά δεν έχει τον χαρακτήρα ελέγχου. Ο άντρας μπορεί να είναι πολεμιστής, παραγωγός ή αρχηγός σε επίπεδο φυλής, αλλά μέσα στον οίκο ανήκει στη γραμμή της μητέρας. Οι βαθμοί αγχιστείας έτσι μετακινούνται: ο σύζυγος της κόρης είναι ουσιαστικά μέλος του μητρικού οίκου, ενώ ο σύζυγος του γιου έχει μικρότερη σημασία, διότι ο γιος δεν είναι το κέντρο του γενεαλογικού συστήματος. Επομένως, η κοινωνική ισχύς της νύφης που παντρεύεται έναν γιο είναι περιορισμένη, ενώ η θέση του γαμπρού που παντρεύεται κόρη είναι ενισχυμένη μόνο στο μέτρο που τον αποδέχεται ο μητρικός οίκος. Αυτό το μοντέλο συγγένειας καθιστά τις γυναίκες κεντρικούς φορείς δικτύων, αφού η συγγένεια μετριέται και ενισχύεται από εκείνες.

Επιπλέον, η μητρογραμμική μέτρηση επηρεάζει άμεσα τον τρόπο που αντιλαμβάνεται η κοινωνία την απαγόρευση γάμων. Αν στην πατριαρχία η απαγόρευση φτάνει μέχρι τρίτου βαθμού εξ αίματος, στη μητρογραμμική κοινωνία το κριτήριο είναι αν δύο άτομα ανήκουν στον ίδιο μητρικό οίκο. Δηλαδή, δεν επιτρέπεται γάμος μεταξύ ατόμων που έχουν κοινή μητέρα, γιαγιά ή προγιαγιά, ανεξάρτητα από το τι ρόλο παίζει ο πατέρας. Έτσι, ο γάμος μεταξύ δύο πρώτων ξαδέλφων μπορεί να είναι αποδεκτός αν οι μητέρες τους ανήκουν σε διαφορετικά γένη, ακόμη κι αν οι πατέρες τους είναι αδέλφια. Η λογική είναι διαφορετική: η γυναίκα είναι το σημείο αναφοράς. Αυτό δείχνει ότι οι βαθμοί συγγένειας δεν είναι βιολογικό δεδομένο, αλλά εργαλείο κοινωνικής ρύθμισης που αναπροσαρμόζεται ανάλογα με το ποια τάξη ή φύλο κυριαρχεί στην κοινωνία. Η Μαρξική ανάλυση εδώ μας βοηθά να καταλάβουμε ότι η μητρογραμμική συγγένεια δεν είναι απλώς εναλλακτική μορφή, αλλά δείχνει ότι οι θεσμοί οικογένειας, γάμου και κληρονομιάς είναι ιστορικά μεταβλητοί. Ο Ένγκελς, συνοψίζοντας τον Μόργκαν, αναφέρει ότι «εκεί όπου η γυναίκα ήταν το κέντρο της συγγένειας, η κοινωνία είχε ακόμη χαρακτήρα συλλογικότητας, χωρίς σαφείς γραμμές ιδιοκτησίας» (Engels, 1884/1972, σ. 97). Η μετάβαση στην πατριαρχία συνδέθηκε με την εμφάνιση της ιδιωτικής ιδιοκτησίας και την ανάγκη να γνωρίζει ο άντρας ποιος είναι ο «δικός του» γιος για να του μεταβιβάσει τα πλούτη. Στη μητριαρχία, αντίθετα, αυτή η ανάγκη δεν υπήρχε, και έτσι οι γυναίκες απολάμβαναν πολύ μεγαλύτερη ελευθερία στις ενώσεις και στους γάμους τους. Ο Λένιν τόνιζε ότι η απελευθέρωση της γυναίκας δεν μπορεί να νοηθεί χωρίς την κατάργηση της ιδιοκτησίας, διότι μόνο τότε η κοινωνία θα πάψει να ενδιαφέρεται για τον έλεγχο της μητρότητας ως εργαλείου κληρονομικής μεταβίβασης (Lenin, 1919/1977).

Συνεπώς, η μητρογραμμική μέτρηση των βαθμών συγγένειας μας αποκαλύπτει δύο βασικά σημεία: πρώτον, ότι το κέντρο της συγγένειας μπορεί να είναι η γυναίκα, και δεύτερον, ότι ο έλεγχος των ενώσεων και των γάμων της γυναίκας δεν είναι φυσικός αλλά πολιτικός. Σε αυτές τις κοινωνίες, η γυναίκα δεν περιορίζεται στην αποκλειστικότητα ενός άντρα, ούτε υπάρχει θεσμικός μηχανισμός που να της απαγορεύει πολλαπλούς γάμους. Αντίθετα, η θέση της είναι τέτοια που οι βαθμοί συγγένειας ενσωματώνουν τις επιλογές της ως νόμιμες, αφού το κριτήριο είναι πάντα η μητρική καταγωγή. Αυτό αντιστρέφει την πατριαρχική λογική, όπου οι βαθμοί συγγένειας λειτουργούν για να εγκλωβίζουν τη γυναίκα σε μία σχέση και να εγγυώνται την πατρική ιδιοκτησία.

Αν συγκρίνουμε, βλέπουμε καθαρά ότι εκεί όπου κυριαρχεί η πατριαρχία, οι βαθμοί συγγένειας είναι εργαλείο απαγόρευσης και περιορισμού, ενώ στη μητριαρχία είναι εργαλείο ένταξης και ενδυνάμωσης της γυναίκας. Ο άντρας δεν έχει νομικό δικαίωμα να απαγορεύσει στη γυναίκα του νέους γάμους, γιατί η συγγένεια μετριέται από εκείνη, όχι από αυτόν. Ο πατέρας δεν έχει κεντρικό ρόλο, γιατί η καταγωγή του παιδιού δεν θεσμοθετείται μέσω του πατέρα. Η μητέρα και οι αδελφές της είναι οι κεντρικές μορφές που ορίζουν ποιος ανήκει στον οίκο και ποιος όχι. Έτσι, η κοινωνία οργανώνεται γύρω από ένα διαφορετικό μέτρο, που καταρρίπτει τον μύθο της φυσικότητας του πατριαρχικού τρόπου μέτρησης. Η μελέτη αυτών των κοινωνιών αποδεικνύει ότι οι βαθμοί συγγένειας δεν είναι ποτέ ουδέτεροι, αλλά αντανακλούν σχέσεις εξουσίας. Στη μητριαρχία, οι βαθμοί οργανώνουν την ενδυνάμωση της μητέρας και την ένταξη του άντρα στον μητρικό οίκο. Στην πατριαρχία, οργανώνουν την υποταγή της γυναίκας και την κληρονομική συνέχεια του άντρα. Επομένως, η κατανόηση της μητρογραμμικής μέτρησης μας ανοίγει δρόμο να δούμε την ίδια την οικογένεια ως πεδίο ταξικής πάλης, όπου το φύλο δεν είναι βιολογική διαφορά αλλά κοινωνική σχέση εξουσίας.

Μαρξική κριτική και πρόταση

Η αντιπαραβολή πατριαρχικής και μητρογραμμικής μέτρησης βαθμών συγγένειας δείχνει με τον πιο καθαρό τρόπο ότι αυτό που στις σημερινές κοινωνίες θεωρείται «φυσικό» δεν είναι τίποτε άλλο από κοινωνικό κατασκεύασμα. Η πατριαρχία τοποθέτησε στο κέντρο της συγγένειας τον πατέρα και τη γραμμή του, η μητριαρχία τοποθέτησε τη μητέρα, και στις δύο όμως περιπτώσεις το μέτρο αντανακλούσε τις ανάγκες της εκάστοτε μορφής ιδιοκτησίας. Στον καπιταλισμό, η πατριαρχική λογική έγινε καθολική, διότι η αναπαραγωγή του κεφαλαίου απαιτεί τον έλεγχο της κληρονομιάς, τον ορισμό του «νόμιμου» παιδιού και τη ρύθμιση του γάμου ως ιδιωτικής φυλακής της γυναίκας. Η μαρξική πρόταση δεν είναι να «επιστρέψουμε» στη μητριαρχία, αλλά να κατανοήσουμε μέσα από αυτήν ότι η συγγένεια δεν είναι φυσικός κανόνας, και άρα μπορεί να ανασυγκροτηθεί σε ανώτερη, κομμουνιστική μορφή. Όπως τόνισε ο Ένγκελς, «η απελευθέρωση της γυναίκας είναι αδύνατη όσο δεν έχει καταργηθεί η ατομική ιδιοκτησία» (Engels, 1884/1972, σ. 141). Δηλαδή, οι βαθμοί συγγένειας, οι απαγορεύσεις και οι επιτρεπτοί γάμοι δεν μπορούν να νοηθούν έξω από την ιδιοκτησία. Μόνο η κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας και η κοινωνικοποίηση της παραγωγής μπορούν να δημιουργήσουν νέες μορφές συγγένειας που δεν θα είναι ούτε πατριαρχικές ούτε μητριαρχικές, αλλά καθολικά ανθρώπινες.

Σε μια κομμουνιστική κοινωνία, οι βαθμοί συγγένειας θα χάσουν τον χαρακτήρα τους ως νομικοί περιορισμοί για την ιδιοκτησία και την κληρονομιά. Δεν θα υπάρχει ανάγκη να οριστεί ποιος έχει δικαίωμα στην περιουσία, διότι η περιουσία δεν θα ανήκει σε ιδιώτες αλλά στο κοινωνικό σύνολο. Έτσι, η διάκριση ανάμεσα σε συγγένεια εξ αίματος και συγγένεια εξ αγχιστείας θα χάσει το σημερινό της νόημα. Στην πραγματικότητα, αυτό που θα μετρά είναι η κοινωνική σχέση φροντίδας, η πραγματική συμμετοχή στην ανατροφή και στη ζωή, όχι ο βαθμός καταγωγής. Ο Λένιν το είχε επισημάνει ήδη: «η οικογένεια θα πάψει να είναι οικονομική μονάδα∙ οι λειτουργίες της θα κοινωνικοποιηθούν και θα καταστούν υπόθεση της κοινωνίας» (Lenin, 1919/1977, σ. 184). Αυτό σημαίνει ότι η μέτρηση των βαθμών συγγένειας θα είναι ένα ιστορικό απολίθωμα, που η κοινωνία θα υπερβεί με νέες μορφές συλλογικής σχέσης. Η υπέρβαση της οικογένειας δεν σημαίνει ότι θα εξαφανιστούν οι συναισθηματικοί δεσμοί, αλλά ότι αυτοί δεν θα οργανώνονται με βάση την ιδιοκτησία. Η κοινωνικοποίηση της φροντίδας και της ανατροφής θα καθιστά περιττό τον πατριαρχικό ή μητριαρχικό έλεγχο. Τα παιδιά δεν θα ανήκουν σε έναν οίκο αλλά στο κοινωνικό σώμα. Αυτό αλλάζει ριζικά και το ζήτημα του γάμου. Αν σήμερα ο γάμος είναι η νομική κατοχύρωση της πατριαρχικής ιδιοκτησίας, σε μια κομμουνιστική κοινωνία θα είναι μια μορφή ελεύθερης ένωσης, χωρίς νομικές απαγορεύσεις που πηγάζουν από την ανάγκη διαδοχής. Οι βαθμοί συγγένειας δεν θα έχουν ρόλο απαγόρευσης, αλλά μόνο περιγραφής βιολογικών σχέσεων. Η απαγόρευση γάμων θα περιορίζεται σε ζητήματα υγείας και βιολογικής προστασίας, όχι σε ζητήματα πατρικής εξουσίας.

Αυτό που η μητρογραμμική κοινωνία δείχνει είναι ότι η γυναίκα μπορεί να είναι το κέντρο της συγγένειας και ότι οι πολλαπλοί γάμοι ή οι ελεύθερες ενώσεις της δεν καταστρέφουν την κοινωνία, αλλά την οργανώνουν διαφορετικά. Αυτό που δείχνει η πατριαρχία είναι ότι η συγγένεια μπορεί να μετατραπεί σε μηχανισμό ελέγχου, όταν συνδέεται με την ιδιοκτησία. Η μαρξική πρόταση είναι η διαλεκτική υπέρβαση και των δύο: όχι επιστροφή στη μητριαρχία, αλλά κατάργηση του ίδιου του πλαισίου όπου η συγγένεια είναι εργαλείο εξουσίας. Αυτό σημαίνει ότι στη θέση της πατρικής και της μητρικής γραμμής θα μπει η κοινωνική γραμμή: η φροντίδα ως συλλογικό δικαίωμα και υποχρέωση. Ο Ιλιένκοφ, αναλύοντας την έννοια του ιδεατού, εξηγεί ότι «η πραγματική καθολικότητα δεν μπορεί να είναι απλή άθροιση ατομικών δεσμών, αλλά νέα μορφή κοινωνικής ολότητας» (Ilyenkov, 1977/1982, σ. 98). Έτσι και η νέα μορφή συγγένειας θα είναι κοινωνική ολότητα, όχι άθροιση βιολογικών βαθμών. Σε μια τέτοια κοινωνία, το ερώτημα «σε ποιον βαθμό συγγένειας ανήκει ο γαμπρός ή η ξαδέλφη» θα είναι απλώς μια ανθρωπολογική μνήμη, όχι νομική κατηγορία. Δεν θα υπάρχουν νομικές προτεραιότητες εξ αίματος έναντι αγχιστείας, γιατί δεν θα υπάρχει κληρονομικό δίκαιο όπως σήμερα. Δεν θα υπάρχει ιεράρχηση των σχέσεων με βάση το ποιος μεταβιβάζει περιουσία, αλλά θα υπάρχει μόνο αναγνώριση κοινωνικών δεσμών με βάση τη φροντίδα και την αγάπη. Αυτό δεν είναι ουτοπία, αλλά ιστορική δυνατότητα που προκύπτει από την υπέρβαση της ιδιοκτησίας. Ο Μαρξ έγραψε χαρακτηριστικά: «η κομμουνιστική κοινωνία δεν αναγνωρίζει τίποτε το σταθερό· όλα τα δεδομένα των προηγούμενων εποχών τα υποτάσσει στη συνεχή κίνηση» (Marx, 1844/1975, σ. 296). Συνεπώς, ακόμη και οι βαθμοί συγγένειας, που φαίνονται τόσο σταθεροί, είναι ιστορικά ρευστοί και μετασχηματίσιμοι. Επιπλέον, η κομμουνιστική προοπτική δεν καταργεί μόνο την πατριαρχική μορφή, αλλά ανασυγκροτεί και την επιθυμία. Στην αστική κοινωνία, η επιθυμία της γυναίκας περιορίζεται μέσα από την απαγόρευση, μετρώντας ποιοι γάμοι επιτρέπονται και ποιοι όχι. Στη μητριαρχική κοινωνία, η επιθυμία της γυναίκας είναι πιο ελεύθερη, αλλά περιορίζεται κι εκεί από τη δομή του οίκου. Στον κομμουνισμό, η επιθυμία δεν θα υπόκειται σε βαθμούς συγγένειας ως όργανα εξουσίας, αλλά μόνο σε κοινωνικούς κανόνες υγείας και ελευθερίας. Αυτό σημαίνει ότι η ελεύθερη ένωση δεν θα είναι εξαίρεση αλλά κανόνας, και η οικογένεια δεν θα είναι μηχανισμός ιδιοκτησίας αλλά σχέση αγάπης και συλλογικότητας. Η διαλεκτική πορεία που ξεκινά από την πατριαρχία, περνά από τη μητριαρχία και φτάνει στην κομμουνιστική προοπτική μας δείχνει καθαρά ότι οι βαθμοί συγγένειας είναι κατηγορίες του ιστορικού υλισμού. Δεν είναι φυσικά δεδομένα, αλλά μορφές κοινωνικής οργάνωσης. Η πατριαρχία τους χρησιμοποίησε για να ελέγξει τη γυναίκα και να κατοχυρώσει την ιδιοκτησία. Η μητριαρχία τους οργάνωσε γύρω από τη μητέρα και ανέδειξε την ελευθερία της. Ο κομμουνισμός θα τους υπερβεί, μετατρέποντας τη συγγένεια από μέσο κυριαρχίας σε μορφή καθολικής κοινωνικής φροντίδας. Η μελέτη των βαθμών συγγένειας δεν είναι λοιπόν νομικό ή ανθρωπολογικό ζήτημα μόνο, αλλά κλειδί για να δούμε πώς οργανώνεται η εξουσία στην πιο θεμελιακή σφαίρα, την οικογένεια, και πώς μπορεί να απελευθερωθεί. Η οικογένεια, όπως έγραψε ο Μαρξ, είναι «η μικρή κοινωνία» (Marx, 1845/1970), και γι’ αυτό η αναδιοργάνωσή της είναι θεμέλιο για την απελευθέρωση της μεγάλης κοινωνίας.

4.Μητρογραμμική μετάβαση ως επιταχυντής στην Δικτατορία του Προλεταριάτου Η ανάλυση των βαθμών συγγένειας ως ιδεολογικής κατηγορίας αποκτά το πλήρες της νόημα μόνο όταν τοποθετηθεί στη διαδικασία της κοινωνικής επανάστασης. Αν η πατριαρχία τους χρησιμοποίησε για να οργανώσει την κληρονομιά, τη μονογαμία και την υποταγή της γυναίκας, και αν η μητρογραμμία έδειξε ότι μπορούν να υπάρξουν διαφορετικά συστήματα όπου η γυναίκα είναι το κέντρο της συγγένειας, το πραγματικό ερώτημα είναι πώς η εργατική τάξη μπορεί να αξιοποιήσει αυτήν τη γνώση για να επιταχύνει την κατάργηση της εκμετάλλευσης. Η μαρξική θεωρία μάς λέει ότι ο κομμουνισμός θα λύσει όλα αυτά τα ζητήματα, επειδή με την κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας καταργούνται τα ίδια τα θεμέλια της πατριαρχικής οικογένειας. Όμως, η μετάβαση στον κομμουνισμό περνά αναγκαστικά από τη Δικτατορία του Προλεταριάτου, δηλαδή από μια ιστορική φάση όπου η εργατική εξουσία οφείλει να διαλύσει τους αστικούς θεσμούς και να οικοδομήσει νέες κοινωνικές σχέσεις. Σε αυτό το μεσοδιάστημα, η ενίσχυση μητρογραμμικών μορφών συγγένειας μπορεί να αποτελέσει ένα ουσιαστικό προχώρημα, έναν επιταχυντή της διάλυσης της πατριαρχίας.

Η Δικτατορία του Προλεταριάτου δεν μπορεί να αρκεστεί στη γενική υπόσχεση της κοινωνικοποίησης της φροντίδας, αλλά χρειάζεται να πάρει άμεσα μέτρα που να αποδυναμώνουν την πατριαρχική λογική. Ένα τέτοιο μέτρο είναι η ενίσχυση της μητρικής γραμμής στη θεσμική αναγνώριση. Αν τα παιδιά ανήκουν κατά κύριο λόγο στη μητέρα, αν η καταγωγή αναγνωρίζεται μέσω αυτής και αν η συγγένεια μετράται μητρογραμμικά, τότε η εξουσία του πατέρα αποδυναμώνεται δραστικά. Αυτό δεν είναι επιστροφή σε κάποια «πρωτόγονη μητριαρχία», αλλά χρήση μιας μορφής που απογυμνώνει τον άντρα από το δικαίωμα ιδιοκτησίας πάνω στη γυναίκα και στα παιδιά. Έτσι, η κοινωνία θα μπορεί να προχωρήσει πιο γρήγορα στην κατάργηση της εκμετάλλευσης της γυναικείας εργασίας μέσα στο σπίτι και στην αποδέσμευση του γυναικείου σώματος από τον έλεγχο της πατριαρχίας.

Η πατριαρχική οικογένεια λειτουργεί σήμερα ως μικρογραφία του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής: συγκεντρώνει εργασία χωρίς αμοιβή, οργανώνει την αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης και αναπαράγει την ιδεολογία της υποταγής. Η διάλυση αυτής της μορφής δεν μπορεί να περιμένει μέχρι την πλήρη εγκαθίδρυση του κομμουνισμού. Χρειάζεται να ξεκινήσει ήδη από τα πρώτα βήματα της επαναστατικής εξουσίας. Όπως έγραφε ο Λένιν, «η πραγματική απελευθέρωση της γυναίκας αρχίζει με τη συμμετοχή της στην κοινωνική παραγωγή και συνεχίζεται με την κοινωνικοποίηση της οικιακής εργασίας» (Lenin, 1919/1977, σ. 186). Η κοινωνικοποίηση όμως δεν είναι μόνο ζήτημα μακροπρόθεσμης οργάνωσης∙ είναι και ζήτημα αλλαγής των ίδιων των κατηγοριών συγγένειας που συντηρούν τον πατριαρχικό έλεγχο. Γι’ αυτό η μετάβαση σε μητρογραμμικά σχήματα είναι στρατηγικά κρίσιμη.

Στη μητρογραμμία, η γυναίκα δεν ορίζεται από την ιδιοκτησία του άντρα, αλλά ο άντρας εντάσσεται στον οίκο της γυναίκας. Αυτό σημαίνει ότι η γυναίκα μπορεί να έχει περισσότερους γάμους ή συντρόφους χωρίς να κινδυνεύει να στιγματιστεί ή να αποκλειστεί κοινωνικά, διότι η νομιμότητα των παιδιών δεν εξαρτάται από την πατρική γραμμή.

Η Δικτατορία του Προλεταριάτου μπορεί να αξιοποιήσει αυτή τη λογική για να ακυρώσει άμεσα το θεμέλιο της μονογαμίας ως εργαλείου ελέγχου. Δεν σημαίνει ότι θα επιβάλλει πολυγαμία, αλλά ότι θα αναγνωρίσει θεσμικά το δικαίωμα της γυναίκας να επιλέγει ελεύθερα τις ενώσεις της, με την κοινωνία να θεωρεί όλα τα παιδιά νόμιμα εφόσον έχουν μητέρα. Αυτό το βήμα θα σπάσει τις αλυσίδες του «νόθου παιδιού», θα εξαφανίσει την ιδεολογία της γυναικείας «απιστίας» και θα απονομιμοποιήσει τον πατριαρχικό έλεγχο του γάμου.

Επιπλέον, η μητρογραμμική μετάβαση θα διευκολύνει την κοινωνικοποίηση της φροντίδας. Αν το παιδί ανήκει στη μητρική γραμμή, τότε ολόκληρος ο μητρικός οίκος –μητέρα, γιαγιά, αδελφές, θείες– γίνεται υπεύθυνος για την ανατροφή. Αυτό ανοίγει τον δρόμο ώστε η φροντίδα να οργανώνεται συλλογικά, όχι ατομικά. Η εργατική εξουσία μπορεί να αξιοποιήσει αυτήν τη δομή για να περάσει πιο εύκολα στην κοινωνική φροντίδα: παιδικοί σταθμοί, συλλογικά γεύματα, κοινωνικά πλυντήρια, όλα αυτά που ο Λένιν και η Κρούπσκαγια υποστήριξαν ως απαραίτητα μέτρα για να ελευθερωθεί η γυναίκα από την οικιακή σκλαβιά. Η μητρογραμμική αναγνώριση θα καταστήσει φυσικό το ότι τα παιδιά δεν είναι ατομική ιδιοκτησία του πατέρα, αλλά ευθύνη μιας κοινότητας που ξεκινά από τη μητέρα και επεκτείνεται κοινωνικά. Από μαρξιστική σκοπιά, αυτό το προχώρημα δεν αναιρεί τον τελικό στόχο, αλλά τον επιταχύνει. Η Δικτατορία του Προλεταριάτου έχει καθήκον να καταστρέψει τον μηχανισμό της αστικής οικογένειας. Αν απλώς περιμένει ότι η κοινωνικοποίηση θα λύσει το ζήτημα «από μόνη της», κινδυνεύει να αφήσει ανέπαφο ένα από τα ισχυρότερα όπλα της αστικής ιδεολογίας. Η άμεση ενίσχυση της μητρικής γραμμής και η αποδυνάμωση της πατρικής είναι μέτρο που κόβει την αστική ιδεολογία στη ρίζα της. Ο Ιλιένκοφ τόνιζε ότι «η επαναστατική λογική δεν είναι η άρνηση της ιστορίας, αλλά η ανάληψή της σε ανώτερη βαθμίδα» (Ilyenkov, 1977/1982, σ. 103). Η μητρογραμμία, ως ιστορική εμπειρία, μπορεί να αναληφθεί σε ανώτερη βαθμίδα μέσα στη Δικτατορία του Προλεταριάτου, για να οδηγήσει πιο γρήγορα στην καθολική υπέρβαση.

Έτσι, η μετάβαση σε μητρογραμμικά σχήματα δεν είναι νοσταλγία για το παρελθόν, αλλά στρατηγική επιλογή για το μέλλον. Αποδυναμώνει άμεσα τον πατέρα ως κέντρο εξουσίας, ενισχύει τη γυναίκα ως φορέα συγγένειας, απελευθερώνει την έννοια του γάμου από τον έλεγχο της ιδιοκτησίας και ανοίγει δρόμους για κοινωνικοποίηση της φροντίδας. Όσο πιο γρήγορα γίνει αυτή η μετάβαση, τόσο πιο άμεσα θα σταματήσει η εκμετάλλευση που στηρίζεται στη γυναικεία εργασία και στη σεξουαλική καταπίεση. Και όσο πιο άμεσα σταματήσει αυτή η εκμετάλλευση, τόσο πιο σύντομα η κοινωνία θα μπορέσει να φτάσει στην κομμουνιστική υπέρβαση, όπου οι βαθμοί συγγένειας θα είναι απλώς μνήμες μιας εποχής που οι άνθρωποι χωρίζονταν με όρους ιδιοκτησίας.

Το συμπέρασμα είναι σαφές: ο κομμουνισμός είναι η ριζική λύση, αλλά η μητρογραμμική μετάβαση είναι ο πιο σύντομος δρόμος για να φτάσουμε εκεί. Δεν υποκαθιστά τη Δικτατορία του Προλεταριάτου, αλλά την εξοπλίζει με ένα πρακτικό εργαλείο για να χτυπήσει την πατριαρχία και να αποδυναμώσει την εκμετάλλευση στη ρίζα της. Η γυναίκα ως κέντρο της συγγένειας σημαίνει η γυναίκα ως κέντρο της απελευθέρωσης. Και αυτή η μετατόπιση, αν υλοποιηθεί γρήγορα, θα επιταχύνει την ίδια τη διαδικασία της επαναστατικής μετάβασης.

Η ιστορική εμπειρία της μητρογραμμίας, η μαρξική ανάλυση της οικογένειας και η πολιτική πράξη της εργατικής εξουσίας συναντιούνται εδώ για να δείξουν ότι οι βαθμοί συγγένειας δεν είναι απλώς νομικές γραμμές, αλλά πεδίο ταξικής πάλης. Σπάζοντας τις πατριαρχικές τους αλυσίδες και ενισχύοντας τη μητρική γραμμή, η εργατική τάξη φέρνει πιο κοντά την καθολική ελευθερία του κομμουνισμού.

Search
Share:

Σε αυτό το άρθρο θα δούμε:

Συντάκτης

Picture of Μωυσίδης Χαράλαμπος

Μωυσίδης Χαράλαμπος

Συγγραφέας με Διαλεκτικοϋλιστική Ανάλυση, Μαρξική Κριτική και Πρόταση

Αρθρογραφία