Η μεγαλύτερη αποκάλυψη των τελευταίων μηνών δεν είναι μόνο οι στρατιωτικές συγκρούσεις στην Ουκρανία, ούτε η σύγκρουση Δύσης – Ρωσίας ως τέτοια. Είναι κάτι πιο βαθύ: ότι για την Ευρωπαϊκή Ένωση το πρόβλημα δεν είναι οι όροι της επόμενης μέρας του πολέμου, αλλά η ίδια η επόμενη μέρα, δηλαδή η ειρήνη. Οι δηλώσεις Ευρωπαίων αξιωματούχων, η συντονισμένη ρητορική περί «αναθεωρητικής Ρωσίας», αλλά και προκλητικές κινήσεις όπως η στρατιωτική παρέλαση της Πολωνίας στον ποταμό Βιστούλα, δείχνουν ότι η ΕΕ όχι μόνο δεν προετοιμάζει το έδαφος για ειρήνη αλλά την αντιμετωπίζει ως κίνδυνο. Διότι ειρήνη σημαίνει διαπραγμάτευση, αναζήτηση ισορροπίας, πιθανότητα να παγιωθεί η παρουσία της Ρωσίας στο διεθνές πεδίο. Και αυτό θεωρείται αδιανόητο. Η Δύση, και ιδιαίτερα η ΕΕ, προσπαθεί να φυσικοποιήσει την ιδέα ότι η Ρωσία είναι μόνιμη απειλή, ότι η ειρήνη είναι αδύνατη χωρίς «τιμωρία» και «ανατροπή συνόρων» υπέρ της. Το αφήγημα είναι σαφές: ο πόλεμος είναι η μόνη σταθερότητα. Σε αυτό, η ΕΕ έχει ξεπεράσει ακόμη και τις Ηνωμένες Πολιτείες. Ενώ οι ΗΠΑ βλέπουν την Ουκρανία ως κομμάτι του παγκόσμιου στρατηγικού τους παιχνιδιού, η ΕΕ το βιώνει ως ζήτημα ύπαρξης. Ο γερμανικός επανεξοπλισμός, η επιθετική στάση της Πολωνίας και των Βαλτικών χωρών, οι διαρκείς δηλώσεις περί «αναθεωρητικής απειλής» συνθέτουν μια εικόνα πολεμικού οίστρου που δεν αφήνει περιθώριο για άλλες επιλογές. Ο Μαρξ τόνιζε ότι οι άρχουσες τάξεις ποτέ δεν εμφανίζουν την εξουσία τους ως γυμνή καταπίεση· τη ντύνουν με ιδεολογία (Marx, 1867/1976). Σήμερα βλέπουμε ακριβώς αυτό: η ΕΕ βαφτίζει τον μόνιμο πόλεμο «άμυνα της δημοκρατίας» και την υποταγή των λαών στις στρατιωτικές δαπάνες ως «προστασία της ελευθερίας». Στην πραγματικότητα, όμως, αυτό που γίνεται είναι η προσαρμογή του ευρωπαϊκού κεφαλαίου στις ανάγκες μιας σύγκρουσης που του επιτρέπει να ανασυγκροτήσει την ηγεμονία του. Ειρήνη χωρίς ρωγμή στον καπιταλισμό δεν υπάρχει, άρα η ειρήνη αντιμετωπίζεται σαν απειλή.
Η διαλεκτική αντίφαση είναι καθαρή. Από τη μια, η ΕΕ εμφανίζεται πολεμοχαρής, πρόθυμη να υπερβεί ακόμη και την Ουάσιγκτον στον ρόλο της αντιρωσικής αιχμής. Από την άλλη, η κοινωνική και οικονομική της βάση δεν αντέχει μακροχρόνιο πόλεμο: ενεργειακή εξάρτηση, πληθωρισμός, κοινωνική φθορά. Ο Λένιν τόνιζε ότι «ο πόλεμος είναι συνέχιση της πολιτικής με άλλα μέσα» (Lenin, 1917/1977). Η πολιτική της ΕΕ είναι η συγκράτηση και η ταπείνωση της Ρωσίας. Αλλά η κοινωνία, οι λαοί, οι εργαζόμενοι, δεν έχουν κανένα συμφέρον από αυτήν τη στρατηγική. Η ειρήνη γίνεται πρόβλημα επειδή θα απαιτούσε μια νέα ισορροπία όπου η Ρωσία δεν θα ήταν «διαλυμένη», αλλά παρούσα. Αυτό είναι που η ΕΕ δεν μπορεί να αποδεχτεί. Έτσι, μετατρέπει την πολεμική ένταση σε «κανονικότητα», επιστρατεύει το φόβητρο του εχθρού για να συγκρατήσει κοινωνίες που βυθίζονται στην ακρίβεια και στην ανασφάλεια. Όμως αυτή η στρατηγική έχει όρια: κανένα ιδεολόγημα δεν μπορεί να κρύψει για πάντα ότι ο πόλεμος τον πληρώνουν οι λαοί και η ειρήνη θα είναι δικό τους αίτημα. Η πραγματικότητα δείχνει ότι η ΕΕ δεν είναι πια απλός συνοδοιπόρος των ΗΠΑ αλλά ενεργός παραγωγός πολεμικής πολιτικής. Και αυτό ακριβώς κάνει τον ρόλο της πιο επικίνδυνο. Διότι όταν η ειρήνη θεωρείται απειλή, τότε η μόνη υπόσχεση που μένει είναι ο ατελείωτος πόλεμος. Ο ήλιος της ειρήνης δεν θα ανατείλει από τα παλάτια των Βρυξελλών· θα ανατείλει από την πάλη των λαών που θα πουν: αρκετά με τα κεριά του πολέμου, αρκετά με τις φλόγες που καταστρέφουν. Η ανθρωπότητα δεν χρειάζεται άλλες δηλώσεις, χρειάζεται το φως της καθολικής αλλαγής.
Μωυσίδης Χαράλαμπος Συγγραφέας με Διαλεκτικοϋλιστική Ανάλυση, Μαρξική Κριτική και Πρόταση





