Γιατί ο Μαρξιστής επιλέγει την Απονέκρωση και όχι την Κατάργηση του Κράτους

Σε αυτό το άρθρο θα δούμε:

1. Η θεωρητική επιλογή του όρου «απονέκρωση του κράτους» από τον Μαρξ και η μεταγενέστερη οριστική του επεξεργασία από τον Λένιν συνιστούν μια από τις πιο εμβληματικές απορρίψεις της μεταφυσικής πολιτικής. Ο Μαρξιστής δεν μιλά για «κατάργηση του κράτους» με την έννοια της στιγμιαίας ή βουλησιαρχικής κατάλυσης ενός θεσμού, αλλά προτάσσει μια εντελώς διαφορετική, διαλεκτική σύλληψη του ιστορικού γίγνεσθαι: το κράτος δεν εξαφανίζεται ως αποτέλεσμα μιας εξωτερικής επιβολής ή μιας βίαιης διοικητικής πράξης, αλλά απονεκρώνεται μέσα από την ίδια την ιστορική διαδικασία υπέρβασής του. Η απονέκρωση δεν είναι αποδυνάμωση, αλλά οργανικός μετασχηματισμός. Δεν είναι σταδιακή υποχώρηση της κρατικής μορφής με όρους συμβιβασμού, αλλά η δυναμική εξάλειψη της ανάγκης για το κράτος μέσω της κατάργησης των υλικών συνθηκών που το παράγουν: της ταξικής διάκρισης, της ατομικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής, του ανταγωνιστικού κοινωνικού καταμερισμού της εργασίας. Αυτή η προσέγγιση δεν είναι νομικοπολιτική, αλλά πλήρως υλιστική. Η απονέκρωση είναι η αντανάκλαση της διαλεκτικής μεταξύ βάσης και εποικοδομήματος: όταν η βάση μετασχηματίζεται επαναστατικά, το εποικοδόμημα, και ειδικά το κράτος, παύει να εκπληρώνει τον ρόλο του ως οργανωτής της καταναγκαστικής αναπαραγωγής της κυρίαρχης τάξης. Τότε, και μόνο τότε, η ύπαρξή του γίνεται περιττή. Το κράτος, σύμφωνα με την ανάλυση του Μαρξ στο «Κεφάλαιο» και την ιστορική–πολιτική επεξεργασία του στον «Εμφύλιο Πόλεμο στη Γαλλία», δεν είναι ένα αιώνιο ή καθολικό φαινόμενο, αλλά ιστορικά προσδιορισμένο προϊόν της κοινωνικής εξέλιξης. Υπάρχει για να υπηρετεί την ανάγκη της κυρίαρχης τάξης να διατηρεί τον έλεγχο του συνόλου των κοινωνικών σχέσεων μέσω ενός μηχανισμού βίας, δικαίου, ιδεολογικής νομιμοποίησης και διοικητικής εξουσίας. Από αυτή την άποψη, το κράτος είναι ιστορικά αναγκαίο, αλλά όχι αιώνιο. Ο σκοπός της εργατικής επανάστασης δεν είναι να πάρει τον έλεγχο του κράτους για να το χρησιμοποιήσει επ’ αόριστον προς όφελος των εργαζομένων, αλλά να το μετασχηματίσει από όργανο ταξικής καταπίεσης σε όργανο μετάβασης – και στη συνέχεια να το καταστήσει ιστορικά άχρηστο. Όπως τονίζει ο Λένιν στο «Κράτος και Επανάσταση», αυτή η διαδικασία δεν είναι διοικητική πράξη, αλλά επαναστατικό προτσές: «όχι η ‘κατάργηση’ του κράτους με ένα νόμο, αλλά η ‘απονέκρωσή’ του στο μέτρο που οι όροι της ύπαρξής του παύουν να ισχύουν» (Λένιν, 1917/1983). Η επιλογή της απονέκρωσης έναντι της κατάργησης είναι επίσης κρίσιμο να ιδωθεί μέσα από τη διαλεκτική έννοια της άρσης (Aufhebung) στον Χέγκελ και στον Μαρξ: η άρση δεν είναι ακύρωση, αλλά συνύπαρξη κατάργησης και διατήρησης σε ανώτερο επίπεδο. Η απονέκρωση του κράτους στον σοσιαλισμό συνιστά μορφή άρσης: διατηρούνται ορισμένα τεχνικά–διοικητικά στοιχεία του μηχανισμού (π.χ. σχεδιασμός, συντονισμός, πληροφόρηση), αλλά καταργούνται οι λειτουργίες της ταξικής κυριαρχίας, της καταστολής, της ιδεολογικής χειραγώγησης. Η ίδια η λειτουργία του οργανωτικού φορέα της κοινωνίας περνά από μια μορφή κρατικής διοίκησης σε μια μορφή κοινωνικής διαχείρισης: συμβούλια, συνελεύσεις, απολογισμός, ανακλητότητα, καταμερισμός του πολιτικού έργου στους ίδιους τους παραγωγούς. Το κράτος απονεκρώνεται γιατί καταργείται η αναγκαιότητά του: οι τάξεις εξαφανίζονται, η αντιπαράθεση κεφαλαίου–εργασίας υπερβαίνεται, και η κοινωνία ρυθμίζει μόνη της τις υποθέσεις της χωρίς διαχωρισμένο σώμα εξουσίας. Αυτός ο διαλεκτικός μετασχηματισμός δεν μπορεί να νοηθεί εκτός της έννοιας της δικτατορίας του προλεταριάτου. Δεν είναι αντίφαση: η δικτατορία του προλεταριάτου δεν αναιρεί, αλλά προϋποθέτει την απονέκρωση του κράτους. Είναι η μορφή εξουσίας που επιτρέπει την κατάργηση των υλικών όρων ύπαρξης του κράτους. Η σύγχυση προκύπτει όταν η δικτατορία του προλεταριάτου θεωρείται ως εδραίωση ενός νέου κράτους αντί της ενορχήστρωσης του ιστορικού τέλους του. Ο Λένιν ξεκαθαρίζει ότι η δικτατορία αυτή είναι ακριβώς ο μηχανισμός που εξασφαλίζει την εσωτερική πειθαρχία της μετάβασης: το κράτος δεν διατηρείται για να υποτάξει, αλλά για να εγγυηθεί την απάλειψη της ταξικής διαίρεσης. Ο όρος «δικτατορία» δεν σημαίνει απολυταρχία, αλλά κατάργηση του δικαιώματος των εκμεταλλευτών να οργανώνονται ως τάξη. Είναι η τελευταία μορφή κράτους, το εναπομείναν πολιτικό σχήμα που μεταφέρει την κοινωνία στη συνθήκη της ελευθερίας.

Η επιλογή της απονέκρωσης έχει και βαθύτατα πολιτικό και στρατηγικό περιεχόμενο για τη σύγχρονη Αριστερά. Στο επίπεδο του μαχητικού λόγου, η ρητορική περί «κατάργησης του κράτους» χρησιμοποιείται από αναρχικές και μικροαστικές–φιλελεύθερες παραδόσεις με έναν ρηχό, αντιθεσμικό, σχεδόν φετιχιστικό τρόπο: το κράτος προβάλλεται ως η πηγή του κακού, χωρίς ανάλυση του κοινωνικού του χαρακτήρα, χωρίς ερμηνεία της αναγκαιότητάς του σε μια ταξικά διαχωρισμένη κοινωνία. Ο Μαρξιστής δεν βλέπει το κράτος ως φετίχ ή ως αφηρημένη εξουσία, αλλά ως δομή σχέσεων που πηγάζει από τον καταμερισμό της εργασίας και την ατομική ιδιοκτησία. Η καταστροφή του δεν γίνεται με τη βούληση, αλλά με την πράξη που καταργεί τις συνθήκες γέννησής του.

Αντίστοιχα, στο πρακτικό–οργανωτικό πεδίο, η αντίληψη περί απονέκρωσης επιβάλλει στον Μαρξιστή να συγκροτεί τα όργανα της νέας εξουσίας από τώρα: συμβούλια εργαζομένων, ελέγχους βάσης, λαϊκά δίκτυα σχεδιασμού, συλλογική λήψη αποφάσεων. Η απονέκρωση του κράτους ξεκινά προτού ακόμη καταληφθεί η εξουσία – γιατί ήδη προετοιμάζεται η μορφή του νέου τύπου οργάνωσης. Αυτό συνιστά κομβική διαφορά από την αστική λογική: δεν πας στο κράτος για να το εξανθρωπίσεις, δεν κυβερνάς για να το μεταρρυθμίσεις, αλλά συγκροτείς άλλες σχέσεις εξουσίας που το καθιστούν σταδιακά περιττό.

Επομένως, η μαρξική στρατηγική για το κράτος δεν είναι αποτύπωση ουτοπίας. Είναι θεωρητικά στέρεη, ιστορικά προσδιορισμένη και πολιτικά συγκεκριμένη. Η απονέκρωση του κράτους σημαίνει οργανωμένη οικοδόμηση μιας κοινωνίας χωρίς τάξεις, χωρίς ξεχωριστό σώμα εξουσίας, χωρίς διαχωρισμένο φορέα βίας. Και αυτή η οικοδόμηση δεν έρχεται μετά την επανάσταση: είναι η επανάσταση. Αυτός είναι ο λόγος που ο Μαρξιστής δεν «καταργεί» το κράτος· το υπερβαίνει με τον μόνο δυνατό τρόπο: το καθιστά περιττό, καταργώντας τις σχέσεις που το παράγουν.

2. Η απονέκρωση του κράτους, όπως την εννοεί ο Μαρξιστής, δεν είναι απλώς μεταβατική μορφή ανάμεσα στον καπιταλισμό και τον κομμουνισμό. Είναι το οργανικό αποτέλεσμα της διαδικασίας πραγματικής καθολίκευσης της πολιτικής από την κοινωνία, με την κατάργηση των θεσμικών μορφών αντιπροσώπευσης, διοίκησης και βίας που προϋποθέτουν διαχωρισμένη εξουσία. Δεν μιλάμε λοιπόν για μείωση του κράτους κατά ποσότητα, αλλά για ποιοτικό μετασχηματισμό της κοινωνικής σχέσης που το καθιστά αναγκαίο. Στην πραγματικότητα, η απονέκρωση είναι μια πράξη αντιστροφής: η πολιτική δεν θα ασκείται πλέον από έναν ειδικό θεσμό με μονοπώλιο καταναγκασμού, αλλά θα ενσωματώνεται στην ίδια τη ζωή της κοινωνίας, στους χώρους εργασίας, κατοικίας, φροντίδας, γνώσης. Αυτό σημαίνει ότι το κράτος δεν καταργείται διά διατάγματος, αλλά διαβρώνεται εκ των έσω, καθώς η εξουσία περνά ολοένα και περισσότερο στα χέρια των συλλογικών οργάνων της εργατικής και λαϊκής πλειοψηφίας.

Ο Λένιν, στο έργο του «Κράτος και Επανάσταση», υπογραμμίζει ρητά ότι «ο σκοπός του σοσιαλισμού δεν είναι η διατήρηση του κράτους, αλλά η απονέκρωσή του». Όμως αυτό προϋποθέτει κάτι ακόμη πιο ριζικό: η νέα εξουσία, η Δικτατορία του Προλεταριάτου, δεν μπορεί να είναι ένα κράτος με την παλιά έννοια. Δεν είναι δηλαδή κρατική μηχανή με υπουργούς, μηχανισμούς αστυνομίας, κατασταλτικό μονοπώλιο και από τα πάνω εξουσιοδότηση, αλλά είναι δίκτυο αυτοοργανωμένων παραγωγικών, κοινωνικών και πολιτικών πυρήνων, οι οποίοι παράγουν τη νέα μορφή κοινωνικής συνοχής. Είναι εξουσία χωρίς τάξεις, χωρίς διοικητικό σώμα που στέκεται υπεράνω της κοινωνίας, χωρίς διαχωρισμό πολιτικού–οικονομικού. Είναι η πρώτη μορφή εξουσίας που δεν χρειάζεται «διοίκηση ανθρώπων», αλλά σχεδιασμό πραγμάτων.

Η διαλεκτική σχέση ανάμεσα στη Δικτατορία του Προλεταριάτου και στην απονέκρωση του κράτους έχει ιδιαίτερη επικαιρότητα σήμερα. Ο νεοφιλελευθερισμός – ο οποίος φαινομενικά «μειώνει» το κράτος – στην πραγματικότητα το ενισχύει ως κατασταλτικό και ταξικό μηχανισμό. Καθιστά το κράτος αποκλειστικά μέσο προστασίας των ιδιοκτητών, ενώ ιδιωτικοποιεί τις κοινωνικές του λειτουργίες. Αυτός ο ιδιόμορφος διπλός ρόλος του σύγχρονου αστικού κράτους δείχνει ότι το αίτημα για απλή «κατάργησή» του είναι επιφανειακό και αναποτελεσματικό. Μια επανάσταση που θα κατέρριπτε το υπάρχον κράτος χωρίς να οικοδομεί παράλληλα τους όρους της απονέκρωσης, θα κατέληγε είτε σε χαοτική αστάθεια, είτε σε νέο συγκεντρωτισμό. Μόνο μέσα από τον θετικό επαναπροσδιορισμό της εξουσίας, σε όρους κοινωνικής–παραγωγικής αυτοοργάνωσης, μπορεί το κράτος να καταστεί ιστορικά άχρηστο.

Ο Λένιν, επηρεασμένος και από την Παρισινή Κομμούνα, προτείνει μια νέα αρχιτεκτονική της εξουσίας: ανακλητότητα, χωρίς προνόμια, μισθοί εργατών για όλους τους αξιωματούχους, άμεση εκλογή των οργάνων. Όλα αυτά δεν είναι στοιχεία «καλού κράτους», αλλά οι συνθήκες απονέκρωσης του κράτους. Κάθε βαθμός αυτοοργάνωσης, κάθε βήμα προς τον άμεσο εργατικό και κοινωνικό έλεγχο, είναι ταυτόχρονα πρακτική μείωση της ανάγκης για εξωτερικό μηχανισμό εξαναγκασμού. Η πορεία προς τον κομμουνισμό, δηλαδή την κοινωνία χωρίς τάξεις και κράτος, δεν περνά μέσα από την κατάργηση του κράτους εκ των άνω, αλλά μέσα από την επαναστατική συγκρότηση της κοινωνίας από τα κάτω. Σε αυτό το πλαίσιο, η απονέκρωση αποκτά και ηθικοπολιτική διάσταση: δεν αφορά μόνο τον μετασχηματισμό των θεσμών, αλλά και τον μετασχηματισμό του ανθρώπου. Ο φορέας του νέου κόσμου δεν είναι πια ο πολίτης που υπακούει σε νόμους έξω από αυτόν, αλλά ο συλλογικός παραγωγός και αποφασίζων, που συνδυάζει τη χειρωνακτική και διανοητική εργασία και αυτοδιαχειρίζεται τις κοινές υποθέσεις. Η πολιτική δεν είναι πια αντιπροσώπευση, αλλά πράξη ζωής. Η συνείδηση δεν είναι αντανάκλαση της εξουσίας, αλλά η ίδια η εξουσία. Έτσι, η απονέκρωση δεν είναι απλώς κοινωνική διαδικασία – είναι και ψυχικός–συνειδησιακός μετασχηματισμός: κατάργηση της ανάγκης για εξωτερικό έλεγχο, εσωτερίκευση της συλλογικής ευθύνης, ενότητα είναι–πράξης–συνείδησης. Ο σύγχρονος Μαρξιστής οφείλει να επανεκκινήσει αυτή την προβληματική με όρους ιστορικά επίκαιρους: το ερώτημα της εξουσίας δεν είναι πια αφηρημένο, αλλά υλικά απτό. Με δεδομένη την τεχνολογική, επικοινωνιακή και οργανωτική ωρίμανση της παγκόσμιας κοινωνίας, δεν υπάρχει πλέον κανένα αναγκαίο στοιχείο που να προϋποθέτει την ύπαρξη κράτους. Ο σχεδιασμός, η διανομή, η ασφάλεια, η υγεία, η γνώση, η εργασία μπορούν να οργανωθούν από την ίδια την κοινωνία, χωρίς θεσμικό διαχωρισμό εξουσίας. Η διατήρηση του κράτους δεν είναι τεχνική αναγκαιότητα· είναι ιδεολογικό κατάλοιπο της κυριαρχίας των τάξεων. Η απονέκρωση γίνεται οριζόντια δυνατότητα, όχι μόνο αναγκαιότητα. Την ίδια στιγμή, είναι αναγκαία και η διάκριση από άλλες ρητορικές περί «αντικρατισμού». Ο αναρχισμός, για παράδειγμα, συχνά συγχέει το κράτος με κάθε μορφή οργάνωσης. Έτσι καταλήγει να απορρίπτει και τη δυνατότητα συλλογικού σχεδιασμού, δημόσιου καθολικού συστήματος και συντονισμού της παραγωγής. Ο Μαρξιστής αντιθέτως δεν φοβάται την οργάνωση· φοβάται τη διαχωρισμένη εξουσία. Δεν αρνείται την κοινωνική ρύθμιση· αρνείται τον ταξικό μηχανισμό. Η απονέκρωση δεν είναι χάος ή απόσυρση· είναι συνειδητή οργανωμένη μεταβολή της εξουσίας σε συλλογική διαδικασία. Το ίδιο ισχύει και για τον φιλελεύθερο «μειωτισμό του κράτους». Η νεοφιλελεύθερη τάση επιδιώκει την απόσυρση του κράτους μόνο από τους τομείς κοινωνικής ευθύνης (υγεία, παιδεία, πρόνοια), αφήνοντάς το ενεργό στην καταστολή, στη δημοσιονομική πειθάρχηση και στην εξασφάλιση των συμφερόντων του κεφαλαίου. Έτσι, το κράτος απογυμνώνεται από τις δημόσιες λειτουργίες του, αλλά ενισχύεται στον πυρήνα της βίας και της επιβολής. Η απονέκρωση του κράτους, αντίθετα, καταργεί ακριβώς αυτόν τον πυρήνα και διατηρεί μόνο τις κοινωνικά χρήσιμες λειτουργίες, μετασχηματίζοντάς τις σε συλλογικές δομές μη κρατικού τύπου.

Τελικά, η απονέκρωση είναι το πιο επιστημονικά ακριβές και πολιτικά ώριμο σχέδιο απελευθέρωσης: δεν καταργεί απλώς τον θεσμό, καταργεί την κοινωνική του αναγκαιότητα. Είναι το αποτέλεσμα της επανάστασης όχι ως πράξης κατάληψης, αλλά ως μορφής οικοδόμησης. Ο Μαρξιστής δεν περιμένει την κατάργηση του κράτους, ούτε την επιβάλλει με διάταγμα. Την προετοιμάζει με πράξη, τη δρομολογεί με κοινωνικοποίηση, τη θεμελιώνει με εξουσία της βάσης. Γι’ αυτό και μόνο η απονέκρωση είναι διαλεκτική πράξη – όχι βιαστικό σύνθημα. Και η εποχή μας ωριμάζει ακριβώς αυτή την ανάγκη.

 

Search
Share:

Σε αυτό το άρθρο θα δούμε:

Συντάκτης

Picture of Μωυσίδης Χαράλαμπος

Μωυσίδης Χαράλαμπος

Συγγραφέας με Διαλεκτικοϋλιστική Ανάλυση, Μαρξική Κριτική και Πρόταση

Αρθρογραφία