Στην Ελλάδα μεταπολεμικά δεν υπήρξε ποτέ πραγματικός πλουραλισμός πολιτικής επιλογής· υπήρξε πλουραλισμός κομμάτων που υπηρετούσαν, με διαφορετικές αποχρώσεις, την ίδια στρατηγική. Το γεγονός ότι αλλάζουν ονόματα, σύμβολα, ηγεσίες και συνθήματα δεν αναιρεί το υλικό δεδομένο: από το 1947 μέχρι σήμερα εφαρμόζεται μία και μόνη πολιτική γραμμή, η γραμμή της οργανικής ένταξης της χώρας στο δυτικό ιμπεριαλιστικό σύστημα, με οικονομική, στρατιωτική, πολιτισμική και ιδεολογική εξάρτηση. Ό,τι ξεφεύγει από αυτή τη γραμμή δεν αντιμετωπίζεται ως «άλλη άποψη», αλλά ως απειλή που πρέπει να αποσιωπηθεί, να συκοφαντηθεί ή –όταν χρειαστεί– να κατασταλεί.
Το 1947 (Σημερινή επέτειος) η κυβέρνηση του Θεμιστοκλή Σοφούλη, αυτοπροσδιοριζόμενη ως κεντρώα, κήρυξε παράνομα το ΚΚΕ, το ΕΑΜ και την Εθνική Αλληλεγγύη, ποινικοποίησε τον κομμουνισμό ως ιδεολογία και απείλησε όσους τον υπερασπίζονταν με ποινές που έφταναν έως τον θάνατο. Αυτό δεν ήταν «παρέκκλιση» από τη δημοκρατία· ήταν η θεμελίωση του ελληνικού αστικού κράτους στη μεταπολεμική του μορφή. Το κράτος δεν απαγόρευσε απλώς ένα κόμμα· απαγόρευσε τη δυνατότητα η εργατική τάξη να οργανωθεί πολιτικά ως τάξη με δική της στρατηγική (Marx, 1867/1990).
Από εκεί και μετά, η πολιτική ζωή οργανώθηκε γύρω από μια ψευδοαντίθεση: δεξιά–κέντρο–κεντροαριστερά, βασιλικοί–αντιβασιλικοί, εκσυγχρονιστές–λαϊκιστές, μνημονιακοί–αντιμνημονιακοί. Όλες όμως αυτές οι εναλλαγές κινούνταν εντός ενός αδιαπραγμάτευτου πλαισίου: ΝΑΤΟ, δυτικός γεωπολιτικός προσανατολισμός, καπιταλιστική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, αγορά ως ρυθμιστής της κοινωνικής ζωής. Αυτό που ονομάστηκε «δημοκρατία» ήταν στην πράξη η εναλλαγή διαχειριστών της ίδιας ταξικής εξουσίας (Lenin, 1917/2017).
Το δόγμα «Ανήκομεν εις την Δύσιν» δεν ήταν ρητορική επιλογή· ήταν η επίσημη ομολογία υποταγής. Σήμαινε ότι η χώρα παραιτείται εκ των προτέρων από κάθε δυνατότητα ανεξάρτητης κοινωνικής και οικονομικής ανάπτυξης, ότι αποδέχεται την πολιτική, στρατιωτική και πολιτισμική ηγεμονία των ισχυρών καπιταλιστικών κρατών, και ότι εσωτερικά θα οργανωθεί με τέτοιο τρόπο ώστε να μην απειλείται αυτή η εξάρτηση. Κάθε κυβέρνηση, ανεξαρτήτως ιδεολογικής ταμπέλας, λειτούργησε ως κρίκος αυτής της αλυσίδας.
Η καταστολή δεν ήταν μόνο φυσική· ήταν και ιδεολογική. Η άλλη πολιτική –η πολιτική της κοινωνικής ιδιοκτησίας, του κεντρικού σχεδιασμού, της εργατικής εξουσίας– παρουσιάστηκε συστηματικά ως «ολοκληρωτισμός», «παρέκκλιση», «ιστορικό λάθος». Η Σοβιετική Ένωση δεν κρίθηκε ως ιστορικό κοινωνικό πείραμα με αντιφάσεις, αλλά ως απόλυτο κακό. Έτσι, δεν ακυρώθηκε μόνο το παρελθόν· ακυρώθηκε και το μέλλον, δηλαδή η δυνατότητα να σκεφτούμε αλλιώς την κοινωνία (Ilyenkov, 1977).
Αυτός είναι ο λόγος που ακόμα και σήμερα, όταν εμφανίζεται μια πολιτισμική πράξη που ξεφεύγει από το εθνικό-δυτικό αφήγημα –όπως η χρήση σλαβόφωνου τραγουδιού στη Φλώρινα– η αντίδραση είναι λογοκρισία, απειλές, παρεμβάσεις. Δεν πρόκειται για «παρεξήγηση» ή «υπερβολή τοπικών αρχών». Πρόκειται για την ίδια δομή φόβου απέναντι σε κάθε τι που θυμίζει ότι η κοινωνία δεν είναι μονολιθική, ότι υπάρχουν άλλες ταυτότητες, άλλες μνήμες, άλλες ιστορικές δυνατότητες.
Η αστική δημοκρατία αντέχει χίλια κόμματα, αρκεί να μην αμφισβητούν την ιδιοκτησία και την εξουσία. Αν όμως αμφισβητηθούν αυτά, τότε ενεργοποιείται ο πραγματικός μηχανισμός: νόμοι, δικαστήρια, ΜΜΕ, αστυνομία, πολιτισμικός αποκλεισμός. Αυτό δεν είναι ελληνική ιδιαιτερότητα· είναι γενικός νόμος της ταξικής κοινωνίας (Engels, 1884/2010).
Η «άλλη πολιτική» δεν χάθηκε επειδή απέτυχε θεωρητικά, αλλά επειδή ηττήθηκε ιστορικά σε συγκεκριμένες συνθήκες συσχετισμού δύναμης. Και ακριβώς γι’ αυτό δεν πρέπει να μαθευτεί: γιατί αν γίνει αντικείμενο σοβαρής γνώσης, αν αποσυνδεθεί από την προπαγάνδα και τη δαιμονοποίηση, τότε η εργατική τάξη μπορεί να ξαναδεί τον εαυτό της όχι ως εκλογικό σώμα, αλλά ως ιστορικό υποκείμενο.
Δεν υπάρχουν λοιπόν εκατό πολιτικές επιλογές. Υπάρχουν δύο. Η μία είναι αυτή που ζούμε: καπιταλισμός, εξάρτηση, διαχείριση της φτώχειας, ελεγχόμενη δημοκρατία. Η άλλη είναι αυτή που φοβούνται να μάθουμε: κοινωνική ιδιοκτησία, εργατική εξουσία, σχεδιασμένη οικονομία, πραγματική δημοκρατία της πλειοψηφίας. Και το ερώτημα δεν είναι ποια «μας αρέσει», αλλά ποια υπηρετεί τις πραγματικές ανάγκες της κοινωνικής πλειοψηφίας (Marx & Engels, 1848/1976).





